Δευτέρα, 26 Οκτωβρίου, 2026
Εκπαιδευτικά νέαΠαιδαγωγικό υλικόΣύλλογος

Κείμενα της λογοτεχνίας για τον αντιφασιστικό αγώνα του λαού μας (1941-1944)

ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΩΝ Π.Ε ΑΙΓΑΛΕΩ

Κείμενα της λογοτεχνίας για τον αντιφασιστικό αγώνα του λαού μας (1941-1944)

Το παρακάτω αρχείο είναι μια μικρή συλλογή λογοτεχνικών κειμένων που μιλούν για την Κατοχή, την πείνα, την αντίσταση, τα αντίποινα, τον αντιφασιστικό αγώνα του λαού μας. 
Κάθε συνάδελφος/ισσα μπορεί να τα αξιοποιήσει ελεύθερα στην τάξη του τις επόμενες μέρες όπως θεωρεί καλύτερα με σχέδια μαθήματος, εικαστικά έργα, μουσική, θεατρικές αναπαραστάσεις κλπ.
  1. Το Μπλόκο, Δημήτρης Ραβάνης-Ρεντής

Στις γειτονιές είχαν αρχίσει από καιρό τα γερμανικά μπλόκα. Κι η οδός Ωραίας, ένα από τα δρομάκια της Αθήνας, καρτερούσε την αράδα της. Μέρα με τη μέρα ο κύκλος στένευε γύρω της. Οι άνθρωποι λαγοκοιμόντουσαν, έτοιμοι να πεταχτούν απάνω με τον παραμικρό θόρυβο. Ο τρόμος κι ο κίνδυνος που πριν σε παραμόνευε μόνο στο δρόμο, τώρα είχε μπει και μέσα στα σπίτια. Πουθενά δεν ήσουνα εξασφαλισμένος. Παντού μπορούσε να σε βρει ο χάρος. Και να που το μπλόκο έφτασε και στην οδό Ωραίας.

Ένας ξαφνικός θόρυβος ξύπνησε το δρομάκο. Την ίδια στιγμή κι από τις δυο πάντες του στενού μπουκάρησαν οι γερμανικές μοτοσυκλέτες. Ύστερα μπήκαν τρία μαύρα αυτοκίνητα και δυο φορτηγά. Ακούστηκαν σύντομες διαταγές και σε λίγο μια φωνή βαριά, δυνατή ούρλιασε:

-Όλοι οι άντρες από δέκα έξη χρονών να βγούνε στο δρόμο!

Η φωνή σώπασε για λίγο. Μα σε λίγο ξανακούστηκε:

-Όλοι οι άντρες από δεκάξη ως εξήντα χρονών να βγούνε στο δρόμοοο!

Ήταν ένα ουρλιαχτό σα σκυλιού που προμηνούσε κάποια καταστροφή, κάποιο θάνατο. Η φωνή, άγρια, σουρτή, κουρέλιασε τη νύχτα. Ο αέρας λαχτάρησε για λίγο, τρεμούλιασε κι ύστερα απλώθηκε μια αλλόκοτη, νεκρική, άγρια, ησυχία. Κανένα παράθυρο δεν ανοίχτηκε. Καμιά πόρτα δεν έτριξε. Σαν να μην άκουσε κανένας τη φρικτή φωνή, που τώρα τελευταία όλο και πιο συχνά τάραζε τις συνοικίες της Αθήνας. Η οδός Ωραίας σάμπως να ΄χασε ξαφνικά την ψυχή της, σα να νέκρωσε. Σάμπως να μείναμε μόνο τα σπίτια, κρύα, ακατοίκητα. Κι όμως οι άνθρωποι την ίδια τη στιγμή, όλοι, ήταν πια σηκωμένοι και ντυμένοι, αποχαιρετιόντουσαν, φιλιόντουσαν, σαν να τοιμαζόντουσαν για ένα μεγάλο ταξίδι και να καρτέραγαν ν΄ ακουστεί ξανά η φωνή, για στερνή φορά, που θα ξανάδινε τη φριχτή διαταγή, προσπαθώντας να μακρύνουν λίγο τη στιγμή του χωρισμού.

Πρώτος βγήκε ο Μπάκας, ο έμπορας. Μόλις άκουσε τις φωνές κάτω στο δρόμο, πετάχτηκε από το κρεβάτι και βγήκε έτσι όπως ήταν, αχτένιστος, με τις πυτζάμες και με τις παντούφλες.

-Ρίξε κάτι πάνω σου, θα κρυώσεις….μουρμούρισε με τρεμουλιαστή φωνή η Ρίκα, η γυναίκα του, όμορφη ακόμα, παρά τα σαρανταπέντε της χρόνια.

-Ας κρυώσω… ας κρυώσω… μόνο να μην αργήσω και ξυπνήσω με καμιά σφαίρα στο κεφάλι κι απέ θα ΄χω καιρό να μου περάσει το κρύωμα, απάντησε ο Μπάκας και κατέβηκε τρέχοντας τις σκάλες που τρίξανε κάτω απ΄ το βάρος του. Καθώς έβγαινε αντάμωσε με το γείτονά τους, τον ιεροκήρυκα το Φωστίνη. Ο ιεροκήρυκας θα μπορούσε να παινευτεί ότι είχε το διπλό θάρρος από τον Μπάκα. Είχε ντυθεί καλά. Μόνο που καθώς περπάταγε και σηκωνόντουσαν τα παντελόνια του, φαινότανε ξεκάλτσωτος. Το θάρρος του δεν του ΄φτασε ίσαμε τις κάλτσες.

Ο Νώντας Ρόβας, ένας νέος ίσαμε δεκαεφτά χρονών, άκουσε τις φωνές και ξύπνησε. Την ίδια στιγμή άκουσε και τη φωνή της μάνας του μαλακιά, καθησυχαστικιά:

-Σήκω, παιδί μου, ντύσου….

Ο Νώντας ένιωσε ένα λαφρύ τρέμουλο στη φωνή της, που η Ανθή δεν κατάφερε να το πνίξει. Άρχισε να ντύνεται αργά, νιώθοντας ένα μυρμήγκιασμα σ΄ όλο του το σώμα. Ήταν κι απ΄ την κούραση. Όλη τη νύχτα, είχανε γυρίσει πάλι τους δρόμους της γειτονιάς, μαζί με τους άλλους νέους του τομέα της αντίστασης της συνοικίας του και γράψανε συνθήματα στους τοίχους των σπιτιών. Τοιμάστηκε κι ο πατέρας του.

-Πάμε….να μην απομακρυνθείς από κοντά μου, ψιθύρισε ο πατέρας του, σαν να φοβότανε να μην τον ακούσει κανείς, και τον έπιασε από το χέρι, σαν τότε που ΄ταν μικρός και πηγαίνανε τις Κυριακές στην εκκλησιά.

-Πηγαίνετε…πηγαίνετε…στην ευκή του Θεού!….μουρμούρισε η Ανθή και τους έσπρωξε ελαφριά έξω. Ύστερα είπε στην Ελένη, που ΄χε σηκωθεί και καθότανε μισόγυμνη στην άκρη του κρεβατιού κ΄ έτρεμε: «Σώπα και συ, τι κάνεις έτσι;». Αν και δεν φώναξε, η φωνή της ακούστηκε δυνατή, παράξενη, σαν μέσα σε σπηλιά, σ΄ αντίθεση με τη σιγανή ομιλία, τη συνωμοτική που είχε ακουστεί ως τώρα μέσα στο σπίτι.

Ο Νώντας βγήκε στο δρόμο μαζί με τον πατέρα του. Διέσχισαν το σοκάκι και πήγαν στον τοίχο της φάμπρικας του Κατρή, όπου είχαν παραταχθεί όλοι οι άντρες σύμφωνα με τη διαταγή. Την ίδια στιγμή είδε το γέρο Βέργο, συνταξιούχο καθηγητή της μουσικής, να βγαίνει από το σπίτι του ντυμένος γιορτερά, με το καπέλο του, το κασκόλ του, με τα όλα του. Κρατούσε και το βιολί του παραμάσκαλα. Άθελα του ο Νώντας γέλασε μέσα του: «Χάζεψε ο γέρος. Το βιολί του ΄λειψε τέτοιες ώρες». Ο Βέργος ήρθε και πήρε θέση δίπλα του, χαιρετώντας ευγενικά, όπως πάντα. Ποτέ δεν άφηνε το ευγενικό του ύφος. Λίγο πιο πέρα φάνηκε ο φίλος του Νώντα, ο Σώτος ο Ρίζος. Ήταν μαζί στην ίδια νεολαιίστικη οργάνωση αντίστασης. Οι τσέπες του ήταν παραφουσκωμένες. Η αδερφή του Σοφία πάντα προσεχτική και πάντα προνοητική – βλέπεις πολλές φορές τα ΄χε ξεπροβοδίσει τ΄ αδέρφια της στις φυλακές και τις εξορίες – του ΄χε γεμίσει τις τσέπες μ΄ ασπρόρουχα. Του ΄χωσε βιαστικά στις τσέπες του παντελονιού του κάμποσες χούφτες ρεβύθια. Είχε θυμηθεί τον Πάνο, τον Πάνο τον αδερφό της τον κομμουνιστή, που πέθανε φυματικός στην εξορία. Ο Πάνος έλεγε πως τίποτα δε σε χορταίνει πιο πολύ όσο καμιά τριανταριά ρεβύθια και δυο ποτήρια κρύο νεράκι. Φουσκώνουν, λέει, τα ρεβύθια στο στομάχι κι όσο να τα χωνέψεις δεν έχεις όρεξη μήτε για φασιανό. «Παυσίπεινα» τα ΄λεγε.

-Τι λέτε να γίνει κύριέ μου; Άκουσε ο Νώντας δίπλα του τη φωνή του Βέργου, του δάσκαλου.

-Σαν τι να γίνει; μουρμούρισε άχρωμα ο Νώντας.

-Εγώ μια φορά είμαι έτοιμος, μουρμούρισε με περηφάνια ο Βέργος και χτύπησε απαλά με την παλάμη του τη θήκη του βιολιού του.

Ο Νώντας χαμογέλασε πάλι, μα δεν πρόλαβε να κάνει καμιά σκέψη. Πλησίασαν δύο εσεσίτες κι άρχισαν να τους σπρώχνουν με τ΄ αυτόματα να κολλήσουν στον τοίχο, ουρλιάζοντας.

Στον δρόμο είχαν μαζευτεί αρκετοί άντρες απ΄ την οδό Ωραίας και απ΄ τα γύρω σοκάκια. Κι όλο κι ερχόντουσαν νέοι. Άνοιγε από καμιά πόρτα και κάποιος έβγαινε. Ακουγότανε πού και πού και κανένα κλάμα. Θα ΄ταν πάνω από διακόσιοι άντρες από δεκαπέντα ίσαμε εξήντα χρονών, καταπώς ήταν η διαταγή. Έβλεπες όμως και μεγαλύτερους και μικρότερους. Βγαίνανε όλοι για να ΄ναι πιο σίγουροι. Μπορεί και να βρισκότανε κανένας γερμαναράς και να ΄πιανε ένα δεκατετράχρονο αγόρι και να το σκότωνε. Σάμπως θα δώσει λογαριασμό; Γι΄ αυτό βγαίνανε όλοι. Και δώδεκα χρονώ παιδιά ακόμα. Στη μέση στεκότανε μια κλειστή γερμανική μαύρη κούρσα οχταθέσια με αναμμένα τα φανάρια γυρισμένα κατά τον τοίχο του Κατρή, που ήταν μαζεμένοι οι άντρες. Κάθε λίγο ερχότανε από κανένας χωροφύλακας τραβολογώντας κάποιον. Σ΄ ένα σπίτι ακούστηκαν πυροβολισμοί. Είχαν βρει έναν κρυμμένο στην αποθήκη και τον σκοτώσανε. Πιο κάτω ο Νώντας είδε παρατεταγμένους άλλους δυο της ομάδας του, τον Γιώτη τον καμπούρη και το Λουκά. Ήταν από τους λίγους που είχαν ντυθεί καλά. Οι περισσότεροι είχαν ρίξει απάνω τους ότι πρόχειρο βρήκανε κοντά τους την ώρα κείνη.

Οι άντρες των Ες-Ες, σπρώχνανε τον κόσμο με του υποκόπανους φωνάζοντας και ο διερμηνέας επαναλάβαινε τις φωνές τους σαν βραχνιασμένο γραμμόφωνο:

-Άντε, άντε, στριμωχτείτε. Άντε, άντε…..

Κανά δυο γερμανοί, που επιτηρούσαν τη συγκέντρωση, δείχναν φανερά σημάδια έξαψης.

Στις πόρτες κρυφά και φανερά είχαν μαζευτεί οι γυναίκες, κοιτάζανε τους άντρες των σπιτιών τους μαζεμένους σαν πρόβατα επί σφαγή στον τοίχο του Κατρή και σταυροκοπιόντουσαν. Ο Νώντας είδε τη μάνα του στην εξώπορτα. Είχε ριγμένο πάνω στους ώμους της το σάλι της, και στεκότανε με σταυρωμένα τα χέρια της στο στήθος. Το πρόσωπο της δεν έδειχνε κανένα φόβο. Από τους γείτονες κανένας δε μιλούσε. Τσιμουδιά. Ακουγόντουσαν μόνο οι στριγγλιές και τα παραγγέλματα των χιτλερικών. Τέλος, όταν οι εσεσίτες έκαναν και την έρευνα στα σπίτια και είδαν πως δεν είχε μείνει πια κανένας μέσα, το σουρταφέρτα σταμάτησε στο δρόμο, μαζεύτηκαν όλοι, μισοφέγγαρο, κοντά στους συγκεντρωμένους. Από τη μαύρη κούρσα βγήκε τότες κάποιος ντυμένος με μια μαύρη κουκούλα που έπιανε απ΄ το κεφάλι του ίσαμε λίγο πιο κάτω απ΄ τη μέση του, κρύβοντας τον σχεδόν ολόκληρο. Η κουκούλα ήταν τρυπημένη μόνο στα μάτια για να μπορεί να βλέπει.

Ο μασκοφόρος! Το φίδι της κατοχής! Θα περάσουν τα χρόνια, κι ο κόσμος θα ξεχάσει το μίσος του για τους γερμανούς, γιατί κανείς δεν μπορεί να χαρεί τη ζωή μισώντας. Θα περάσουν τα χρόνια και πάνω από τους πεθαμένους θα πέσει η πάχνη της λησμονιάς. Οι γούβες από τις οβίδες θα σκεπαστούν με λουλούδια, τα σπίτια θα χτιστούν, μα το μίσος για το μασκοφόρο δε θα σβήσει ποτές. Όπως ποτές δεν χάνεται η απέχθεια που ένιωσες μπροστά σ΄ ένα γλοιώδες σκουλήκι ή σ΄ ένα ψόφιο τυφλοπόντικα. Σ΄ όλα τα μπλόκα έκανε την εμφάνισή του κι ένας μασκοφόρος. Ήταν ένας προδότης απ΄ την ίδια πάντα γειτονιά που γινότανε τα μπλόκο, γιατί ήξερε πάντα όλους τους άντρες.

Ο μασκοφόρος στάθηκε για λίγο κ΄ ύστερα πήγε να βαδίζει προς τους άντρες που είχαν συγκεντρωθεί στον τοίχο, σιωπηλός και τρομερός κάτω από τη μαύρη κουκούλα. Τότε ακούστηκε ένα ουρλιαχτό. Ήταν η γριά Δούκαινα η μπακάλισσα που ούρλιαξε. Λιγοθύμισε. Την ξέχασαν όμως, γιατί ο μασκοφόρος άρχισε κιόλας να προχωρεί αργά κατά μήκος της φάλαγγας. Δεν ακουγότανε τσιμουδιά.

Ο μασκοφόρος πότε πότε σταματούσε μπροστά σε κάποιον και τον κοίταζε εξεταστικά, ώρα πολλή. Κάποιο παράθυρο άφηνε ένα «αχ» γεμάτο αγωνία, κ΄ ύστερα πάλι του τάφου σιγή. Σε μια στιγμή σταμάτησε μπροστά σ΄ έναν ψηλόν άντρα. Σήκωσε αργά το χέρι του και τον σαγίτεψε με το δείχτη. Τρέξανε δυο γερμανοί και τον τραβολόγησαν έξω από τη γραμμή χτυπώντας τον συνάμα με τους υποκόπανους. Τον άρπαξαν άδειο σακί και τον πέταξαν στο φορτηγό που καρτέραγε. Ο μασκοφόρος προχώρησε στον επόμενο. Έδειξε άλλους πέντε άντρες και σε λίγο σταμάτησε μπροστά στο Νώντα. Τον κοίταξε για πολύ, προσεχτικά. Τον κοίταξε κι ο Νώντας κατάφατσα προσπαθώντας να φαίνεται ήρεμος. Μέσα του όμως κάτι σα να ΄σπασε, κάποιο ελατήριο, και κάποιο κουδούνι πήρε να χτυπά σα δαιμονισμένο. Κοιτούσε το μασκοφόρο κατάματα, μα το βλέμμα του πήρε λοξά και τη μάνα του: είχε φέρει τα χέρια της στο πρόσωπό της σκεπάζοντας τα μάτια της. Ο Νώντας ένιωσε ένα ρίγος και σφίχτηκε για να συνέλθει. Θαρρούσε πως ώρες ολόκληρες στέκει εκεί ακίνητος, έχοντας μπροστά του το μασκοφόρο και πως ξανάγινε κάποτες. Δίπλα του ένιωσε τον πατέρα του να λαχταρά με τα μάτια του καρφωμένα στο δεξί χέρι του μασκοφόρου: Θα το σηκώσει τάχα για να δείξει το γιο του; Σε λίγο είδε σα μέσα σε νεφέλη το μασκοφόρο να κινιέται. Πραγματικά, προχώρησε και πήγε στον επόμενο. Την άλλη μέρα του ΄πανε του Νώντα πως μπροστά σ΄ αυτόν δε στάθηκε μήτε τρία δευτερόλεπτα ο μασκοφόρος. Δεν το πίστεψε. Πώς; Αυτό το μαρτύριο το αβάσταχτο που ΄νιωσε, δεν κράτησε παρά τρία δευτερόλεπτα; Μπορεί μέσα σε τρία δευτερόλεπτα να υποφέρει τόσο;

Δίπλα του σταμάτησε πάλι ο μασκοφόρος. Σήκωσε το χέρι του κι έδειξε το γέρο Βέργο. Αυτός, πάντα ευγενικός, ψιθύρισε ένα «χαίρετε». Μα δεν πρόλαβε. Χύμηξαν απάνω του θεριά οι χιτλερικοί. Έπεσε το σκληρό του το μπορσαλίνο και τσούλησε τρία μέτρα μακριά. Του ΄φυγε και η θήκη του βιολιού από τη μασχάλη. Κάποιος την κλώτσησε. Ήρθε η θήκη και σταμάτησε μπροστά στα πόδια του Νώντα. Ο Βέργος δεν φαινότανε φοβισμένος, παραξενεμένος φαινότανε. Για μια στιγμή είπε μάλιστα:

-Σταθείτε κύριοι, εφόσον βλέπετε ότι σας ακολουθώ εθελοντικώς. Ο καημένος ο Βέργος νόμισε πως θα του φερθούν με το γάντι, θα τον αφήσουν να βαδίσει πρώτος. Θα του πούνε «ορίστε περάστε» και δεν μπορούσε να το χωρέσει το μυαλό του πως θα τον αρπάζανε δυο μαντραχαλάδες να τον ρίχνουν σαν σκουπίδι στο γερμανικό φορτηγό αυτοκίνητο που όλο και γέμιζε.

Ο μασκοφόρος στο μεταξύ προχώρησε. Ξαφνικά ακούστηκε κάποια φωνή:

-Όχι εμένα! Όχι εμένα! Όχι εμένα!

Κάποιον τραβολογούσαν, που όλο προσπαθούσε κάτι να πει, να γλυτώσει, χωρίς να τα καταφέρει. Κι ούρλιαζε σα να ΄τανε στου λιονταριού το στόμα κι όλο και πιο πολύ μάνιαζαν οι γερμανοί και τον σακραμάτιζαν.

Και ξαφνικά έγινε κάτι που δε θα το ξεχάσει ποτέ η οδός Ωραίας.

Είχε σταματήσει ο μασκοφόρος μπροστά στο Γιώτη τον καμπούρη. Ο Γιώτης ήτανε ένας καμπουράκος, γνωστός στη γειτονιά, δουλευτής, κι αγαπητός σ΄ όλους. Κανείς όμως δεν ήξερε το πραγματικό του όνομα. Σ΄ όλη τη διάρκεια της δικτατορίας είχε καταφέρει να δουλεύει για το Κόμμα κάτω από τη μύτη της Ασφάλειας, χωρίς να τον πάρουν μυρουδιά. Τώρα, ήταν στην ίδια ομάδα με το Νώντα. Οι σύντροφοί του τον λέγανε «Φοβιτσάρη» γιατί το παρατράβαγε με τα συνωμοτικά μέτρα. Του ΄χε μείνει το συνήθειο από την κλειστή δουλειά στον καιρό της δικτατορίας. Ο μασκοφόρος τον κοίταζε τον καμπούρη πολλά δευτερόλεπτα, επίμονα. Ξαφνικά ο Γιώτης πήδηξε κατά πάνω στο μασκοφόρο, κρεμάστηκε από το λαιμό του, έχωσε το χέρι του το δεξί στην τρύπα της μάσκας και τράβηξε. Το πανί ξεσκίστηκε ίσαμε κάτω. Φάνηκε το μούτρο του Θησέα του Δούκα, του γιου του μπακάλη, αλλαγμένο, γδαρμένο, καταματωμένο από τα νύχια του Γιώτη, πράσινο, παραμορφωμένο από τη μανία. Τίναξε με μιας από πάνω του τον καμπούρη, λευτερώθηκε και χωρίς πια να κάνει καμιά προσπάθεια για να κρυφτεί, έβγαλε το πιστόλι του και το άδειασε με λύσσα κατά πάνω του. Ο Γιώτης κλονίστηκε, τραμπαλίστηκε σαν μεθυσμένος κ΄ ύστερα έπεσε απότομα καταγής. Όλα γίνανε τόσο γρήγορα που κανένας δεν πρόλαβε να επέμβει. Ούτε να φωνάξει κανείς δεν πρόκανε. Ένας γερμανός, όταν πια όλα είχαν τελειώσει, έριξε με τ΄ αυτόματο μια ριπή γυροφέρνοντας τ΄ όπλο του στην τύχη. Κάποιοι πέσανε βογγώντας. Οι αξιωματικοί αφρίζανε φτύνοντας τις διαταγές τους. Βιάστηκαν να μαζεύουν από κάτω τους χτυπημένους. Τους έριχναν όλους νεκρούς, ζωντανούς και τραυματίες, όλους, ανάκατα, μέσα στα φορτηγά. Μερικοί πρόλαβαν και πέταξαν σημειώματα από τ΄ αυτοκίνητα στους άλλους που μείνανε. Τα φορτηγά ξεκίνησαν. Καθώς προχωρούσαν στάλαζε το αίμα κατάχαμα, και το ΄πινε το χώμα. Ο Νώντας είδε το Βέργο να του κάνει ένα ελαφρό νόημα με το κεφάλι.

Μόνο όταν απομακρύνθηκαν πια τα αυτοκίνητα και χάθηκαν στη στροφή του δρόμου, μόνο τότε άρχισε το κλάμα στη γειτονιά, ένα κλάμα σουρτό, απελπισμένο, μοιρολόγι θανάτου. Απ΄ το τέντωμα σπάσαν τα νεύρα. Ουρλιαχτά ακουγόντουσαν και βρισιές. Και κατάρες.

Στον τοίχο είχε μείνει μόνο ο Πλάτων ο Δούκας, ο πατέρας του μασκοφόρου, ακίνητος στην ίδια θέση που ήταν και πριν λίγο, με τα μάτια καρφωμένα στου δρόμου τη στροφή. Ο Λουκάς καθότανε σα χαμένος στα σκαλάκια του εργοστασίου με τα χέρια κρεμασμένα ανάμεσα στα σκέλια του.

Ο Νώντας σήκωσε από χάμω τη θήκη του Βέργου κι άρχισε να την ξεσκονίζει μηχανικά με το μανίκι του. Πήγε κι έκατσε δίπλα στο Λουκά. Πιο πέρα δυο γυναίκες περιποιόντουσαν τη μπακάλαινα τη Δούκαινα, που δεν είχε συνέρθει ακόμα από τη λιγοθυμιά. Είχε γνωρίσει το γιο της από το περπάτημα γι’ αυτό είχε βάλει εκείνη τη φωνή. Ενώ ο Λουκάς έλεγε:

-Δεν μπορώ να το καταλάβω…δεν μπορώ…ο Γιώτης που ήταν πάντα τόσο προσεχτικός… Τον έλεγα φοβιτσιάρη…και να…

Κι άρχισε να κλαίει ο Λουκάς, σιγά, ξερά, μ΄ αναφυλλητά. Κι ο Νώντας δεν μπόρεσε να καταλάβει, αν έκλαιγε για τον Γιώτη τον καμπούρη, ή για το που μετάνιωσε για τις δικές του σκέψεις τις πρωτινές.

Ο Νώντας άνοιξε τη θήκη του βιολιού. Περίμενε ν΄ αντικρύσει μέσα το βιολί, μα είδε τη θήκη γεμάτη ασπρόρουχα. Ήταν κ΄ ένα άσπρο επίσημο πουκάμισο με σκληρό κολάρο. Με μιας ένιωσε ένα απέραντο σεβασμό για κείνο το ειρηνικό γεροντάκι, που ΄χε τοιμαστεί τόσο ήρεμα, αθόρυβα κι αποφασιστικά για το ταξίδι του.

Έτσι έγινε και έμαθε η γειτονιά, το πραγματικό παρανόμι του Γιώτη. Ίσαμε εκείνη τη μέρα του μπλόκου, όλοι στην οδόν Ωραίας τον λέγανε Καμπούρη. Πότε πότε του κολάγανε κοντά στο παρατσούκλι και τα επαγγέλματα που έκανε κατά καιρούς: ο Μανάβης, ο Καροτσέρης, ο Τσιμεντάς.

Το επώνυμο του Γιώτη του Καμπούρη το μάθανε την άλλη μέρα κιόλας. Όταν σηκώθηκαν το πρωί οι άνθρωποι, είδαν να γράφει και στις τέσσερις γωνιές του δρόμου ακριβώς κάτω από το επίσημο «Οδός Ωραίας», «Οδός Γιώτη Λίναρη». Στην αρχή παραξενεύτηκαν μα ύστερα τους φάνηκε φυσικό: «Βέβαια, έπρεπε να ΄χει ένα όνομα κι ο Καμπούρης».

Αυτό το «Λίναρης» όμως, είναι φυσικό να τον δυσκολέψει τον κόσμο στην αρχή. Δεν μπορείς κάποιον που τον έλεγες χρόνια ολόκληρα «Καμπούρη» να τον πεις από τη μια μέρα στην άλλη «Λίναρη». Ποιος ξέρει; Ίσως κι ο Γιώτης να απορεί ακούγοντας τ΄ όνομά του: «Ποιος να ΄ναι αυτός ο Λίναρης; Για μένα μιλάνε;», θα αναρωτιέται βέβαια εκεί στον Παράδεισο που βρίσκεται. Γιατί, όσο γι΄ αυτό, έτσι τ΄ αποφάσισαν οι γυναίκες της γειτονιάς: ο Γιώτης πήγε στον Παράδεισο. Ήταν αδύνατο να πάει αλλού, σ΄ άλλο μέρος. Και ούτε απ΄ το Καθαρτήριο θα περνούσε. Σαν τα παιδιά τα καλά που περνάνε την τάξη «άνευ εξετάσεων».

Και μια γριά ακόμα που τόλμησε να πει: «μα πώς θα πάει στον Παράδεισο; Αυτός ήταν κομμουνιστής….δεν πίστευε στο Θεό!», κι αυτή ακόμα, κούνησε υστερότερα το κεφάλι της και διόρθωσε: «… Δεν πειράζει… πίστευε ο Θεός σ’ αυτόν!…»

———————————————————————————————————————————————-

  1. Το κελάηδημα της Τσίχλας, Κώστας Βάρναλης

Τσίχλα την παρανομιάζανε στο χωριό την Αννούλα. Κι έζησε και πέθανε τσίχλα. Ήτανε μιας μπουκιάς ανθρωπάκι. Αδύνατη, με ψιλά κανιά, δίχως βάρος, πετούμενη. Δεν περπατούσε — πήδαγε κ έτρεχε.

Αλλά για ποιο χωριό μιλάμε; Για έν’ από κείνα τα βουνίσια, που σκαρφαλώνουνε στην πλαγιά του βουνού κι είναι όλα τα ίδια. Όμορφα, μα φτωχά και μίζερα κι αφημένα στην τύχη τους κι από θεούς κι ανθρώπους. Μια ρεματιά στην κατηφοριά με τις κόκκινες ροδοδάφνες και μια γιδόστρατα, που φέρνει μες από το δάσος των πεύκων στην κορφή του βουνού. Τόσο απόμερο, ξεχασμένο χωριό, που σχεδόν είχε κι αυτό ξεχάσει τ’ όνομά του. Δεν του χρειαζότανε, λες και του ’πεφτε βάρος. Αλλ’ όσο τους λείπουνε των μικρών αφτών χωριών πολιτισμός, φροντίδα και χορτασιά, τόσο τους περισσεύ’ η ψυχή. Ψυχή του λαού.

Είμαστε στον τελεφταίο χρόνο της Κατοχής. Το χωριό, που λέμε, βρισκότανε στα σύνορα των δυο Ελλάδων: της λεύτερης και της συνεργαζόμενης. Αλλά προς τα εδώ. Ένα γερμανικό φυλάκιο προσπαθούσε με τους ναζήδες τους δικούς του και τους τσολιάδες τους «δικούς μας» να μποδίζει τη λευτεριά να κατέβει απ’ την κορφή του βουνού προς τα κάτου – στον κάμπο. Γιατί κει ψηλά στην κορφή του βουνού είχανε φωλιάσ’ οι αγωνιστές του έθνους κι ετοιμάζανε «καλά Χριστούγεννα» για τους εχθρούς. Με την απελευθερωτικήν επιτροπή του χωριού είχανε συχνήν επαφή. Αλλά πώς; Μέσον της Τσίχλας.

Ήτανε κόρη μιας φτωχιάς χηρευάμενης του χωριού, που ο άντρας της σκοτώθηκε στην Αλβανία. Οχτώ με δέκα χρονών η Τσίχλα. Μα γεμάτη φωνή, ξυπνάδα και μίσος εναντίον των εχθρών. Και σβέλτη και μπασμένη στη ζωή — σαν ώριμο πλάσμα — κι αδείλιαστη.

Καλός καιρός στα τέλη του Δεκέμβρη. Ήλιος και στέγνη — μα και κρύο τσουχτερό. Η Τσίχλα μαζί μ’ άλλα παιδιά (τα σκολειά κλεισμένα!) βγαίναν έξω απ’ το χωριό σ’ ένα πλάτωμα προς το ρέμα και παίζανε μπροστά στα μάτια των Γερμανών και των τσολιάδων. Παίζανε τόπι. Η Τσίχλα, πάνου στο φούντωμα του παιχνιδιού, τίναζε το τόπι όσο μπορούσε μακρύτερα προς το ρέμα κι ύστερις έτρεχε, όσο μπορούσε πιότερο, να το φτάσει. Το τόπι κυλούσε κάτου στη ρεματιά κι η Τσίχλα κυλούσε κι αυτή. Όχι πολύ ψηλά, μέσα στο δάσος την περιμένανε κατά το μεσημέρι, κάθε μέρα δυο αντάρτες. Τους έδινε το μήνυμα γραμμένο ή στοματικά της Επιτροπής και ξαναγυρνούσε πίσου λαχανιασμένη (για να μην αργήσει) με το τόπι στα χέρια!

Αλλ’ αυτό το ταχτικό χάσιμο της Τσίχλας μέσα στο δάσος πονήρεψε τους «εχθρούς» ξένους και δικούς.

— Πρέπει να ιδούμε τι τρέχει, με τρόπο –γιατί το μωρό είναι πολύ πονηρό…

Αλλά δε χρειάστηκε τρόπος. Ο πρόεδρος του χωριού, δεξί χέρι των Ναζήδων, έκανε την τελευταία του υπηρεσία «προς την πατρίδα». Τους πληροφόρησε τι συμβαίνει.

Όταν την άλλη μέρα, παραμονή των Χριστουγέννων, η Τσίχλα ξανάκανε το «παιχνίδι» της, τρέξανε πίσω από το τόπι ναζήδες και «δικοί», σταματήσανε το τόπι τη σταματήσανε κι αυτήνε. Και την ψάξανε. Βρήκανε χωμένο μέσα στα μαλλιά της ένα χαρτάκι.

— Έλα δω, πουλάκι μου, τη ρώτησε o πρόεδρος. Ποιος σου το ’δωσε τούτο;

— Μόνη μου το ’γραψα.

— Και τι ξέρεις εσύ από τέτοια πράματα;

— Όλοι μας ξέρουμε.

— Και τι άλλο «παιχνίδι» ξέρεις;

— Όλα. Και να τρέχω. Και να πηδώ. Και να τραγουδώ. Να σκαρφαλώνω στα δέντρα να καρπολογώ και να πιάνω πουλάκια στις φωλιές τους.

— Για σκαρφάλωσε σ’ αυτήνε την ελιά να σε ιδούμε; Η Τσίχλα βρέθηκε σ’ ένα λεπτό πάνω στο δέντρο.

— Ξέρεις, είπες, να τραγουδάς. Για πες μας κανένα «σκοπό» ν’ακούσουμε; Ό,τι σου αρέσει.

Κι’ η Τσίχλα με λαγαρή παιδιάστικη φωνή κελάηδησε.

— «Μαύρ’ είν’ η νύχτα στα βουνά…» (Αυτό το τραγούδι ήτανε τότες το πιο συνηθισμένο τραγούδι των σκλαβωμένων Ελλήνων).

Μπαμ!, μπαμ!, μπαμ!…

Οι Γερμαναράδες κι οι τσολιάδες τη βάλανε στο σημάδι και τη σκοτώσανε σαν πουλί. Και το πουλί σωριάστηκε χάμου, μιας φούχτας σώμα κι απέραντη ψυχή. Η ψυχή όλης της Ελλάδας.

Περασμένα μεσάνυχτα, την ώρα που οι καμπάνες διαλαλούσανε τη γέννηση του «Σωτήρος», πέσανε ξαφνικά στο χωριό οι αντάρτες — και ναζήδες και «δικοί» κι ο πρόεδρος πλήρωσαν με τη ζωή τους το άναντρό τους έγκλημα.

Κ’ ύστερα; Ύστερα από ένα χρόνο η «Ελευθερία» είχε κυνηγηθεί στεριάς και πελάου απ’ όλην την Ελλάδα. Αλλά κάθε Χριστούγεννα, μετά τα μεσάνυχτα, οι χαρούμενοι αντίλαλοι της καμπάνας δεν μπορούν να πνίξουνε το θλιβερό κελάηδημα της Τσίχλας και το κλάμα της Πατρίδας…

———————————————————————————————————————————————-

  1. Oι πιτσιρίκοι, Δημήτρης Ψαθάς.

Γενάρης του ’42. Σκελετωμένοι οι άνθρωποι γυρίζουνε στους δρόμους. Νομίζεις πως το κρύο, η πείνα και ο φόβος αγωνίζονται ποιο απ’ τα τρία αυτά κακά θα καταφέρει να γονατίσει μια ώρ’ αρχύτερα τον αναιδέστατον αυτό λαό, που σε πείσμα κάθε λογικής εξακολουθεί να ζει και να υπάρχει. Κι όχι μονάχα αυτό, παρά και ν’ αστειεύεται.

O πιτσιρίκος προπάντων έχει κέφι. Γελά. Φλυαρεί. Πειράζει. Κλείνει το μάτι και χαιρετά φασιστικά τους Ιταλούς, ξεροβήχει όταν περνάνε Γερμανοί, κορδώνεται και κάνει την περπατησιά τους. O φόβος τού είναι πράγμα άγνωστο, το αστείο η ζωή του.

…Βραδάκι. Στο Ζάππειο. Ένα τεράστιο γερμανικό φορτηγό είναι σταματημένο κι έχει τα φώτα του αναμμένα. O γερμανός σκοπός έχει οργανώσει την άμυνά του για την περίπτωση επιδρομής των σαλταδόρων. Έχει τα μάτια δεκατέσσερα. Γιατί εκείνοι χυμούν σαν αετοί ακριβώς τη στιγμή που δεν τους περιμένεις και οι ρεζέρβες κάνουν φτερά. Μια αδιάκοπη απειλή είναι το τραγούδι τους:

Να σαλτάρω, να σαλτάρω,/τη ρεζέρβα να του πάρω!

Τα ξέρει αυτά ο κάθε Γερμανός που του εμπιστεύθηκαν αυτοκίνητο, γιατί πολλά είδαν και πάθαν όλοι τους από τους σαλταδόρους. Αλλά κι ο κίνδυνος των πιτσιρίκων δεν είναι μικρός. Ένας ακήρυκτος πόλεμος υπάρχει ανάμεσα στα θηρία και τα πεινασμένα αλητάκια της Αθήνας. Η πονηριά είναι το όπλο τους. Όταν δε βάζουν σ’ ενέργεια αυτή και κάνουν τον πόλεμο ανοιχτά, πάνε χαμένα. Oι Γερμανοί δε χωρατεύουν. Στις αρχές που πρωτομπήκαν, παιδιά πετροβόλησαν ένα αυτοκίνητο. Λυσσασμένος φρενάρισε και κατέβηκε ο Γερμανός. Έπιασε ένα. Άδραξε το χέρι του παιδιού, το ’φερε στο γόνατό του και το ’σπασε, όπως σπάζεις ένα ξύλο. Oύρλιαξε το παιδί κι έπεσε λιπόθυμο. Κι ο Γερμανός το παράτησε εκεί, ξανανέβηκε στο αυτοκίνητό του κι έφυγε. Η ανθρωπιά είναι πολυτέλεια περιττή, είπε ο χιτλερισμός, και πήραν σκληρή πείρα ως και τα μωρά.

Να το βάλουν κάτω;

Όχι δα! Είδαν ότι άνισος πόλεμος δίχως πονηριά δε γίνεται. Κι από τότε το μυαλουδάκι της μαρίδας δεν ασχολείται μονάχα πώς θα εξοικονομήσει ένα ξεροκόμματο, αλλά και πώς θα στραβώσει αυτόν το φοβερό Κύκλωπα, που τρέμει όλος ο κόσμος.

Παίρνει τα μέτρα του ο Πολύφημος. Κοιτά γύρω. Κι ακριβώς για ν’ αποφύγει κανένα αναπάντεχο, έχει ανάψει και τα φώτα του αυτοκινήτου. Κι ακόμα, για να ’ναι σίγουρος εκατό τα εκατό, δε στέκεται σ’ ένα μέρος, παρά φέρνει βόλτες γύρω γύρω το φορτηγό. Αν κοτάς, Oδυσσέα, έλα! Κι έρχεται ο Oδυσσέας. Πατρίδα του είναι το χώμα που πατά ο Κύκλωπας, κι αν ζωντάνεψε αυτός σε τούτα τα χώματα, δεν πέθανε όμως ποτέ το πολυμήχανο πνεύμα του πολύμητι. Μόνο που ο ομηρικός ήρωας τούτη τη φορά είναι ένα παιδάκι δέκα χρόνων. Πεινασμένο. Κουρελίδικο. Εύθυμο ωστόσο και παμπόνηρο. Κρατά ένα τσιγάρο και πλησιάζει στο παλιό φανάρι του αυτοκινήτου. Σταματά ο Γερμανός και το κοιτά. Τι θέλει να κάνει; Σκύβει ο μικρός ν’ ανάψει το τσιγάρο του απ’ το ηλεκτρικό. Κι ο Κύκλωπας απορεί.

— Τι κάνει;

— Καμαράτ, ανάψει σιγαρέτ.

— Ηλεκτρικός;

— Για!

Ξεκαρδίζεται ο Κύκλωπας. Τι κουτοί που είναι οι πιτσιρίκοι στην Ελλάδα! Αν είναι δυνατόν ν’ ανάψει το τσιγάρο του απ’ το ηλεκτρικό φανάρι! Και τον κάνει χάζι.

— Ανάψει.

— Ανάψει, καμαράτ.

— Νιχτς ανάψει.

— Για, για. Εγώ σου λέω ανάψει σιγαρέτ. Βάζουμε στοίχημα;

— Στοίκημα;

Δε νιώθει.

— Νιχτς καταλαβαίνει.

— Το λοιπόν, άκου να δεις, μάγκα. Αν εγώ νιξ ανάψει το τσιγάρο απ’ το φανάρι, εσύ εμένα καρπαζά. Κλαπ! Αν εγώ ανάψει το τσιγάρο απ’ το φανάρι, εγώ εσένα καρπαζά. Κλαπ!

Με παραστατικές χειρονομίες εξηγεί ο πιτσιρίκος την πρότασή του στον Κύκλωπα. Κι εκείνος τον κοιτά και διασκεδάζει.

— Ντεν καταλαβαίνει.

— Νιξ;

— Νιξ.

— Είσαι μάπας.

O Γερμανός βγάζει τον αναπτήρα. Τον ανάβει και δίνει φωτιά στον πιτσιρίκο. Αλλά ο πιτσιρίκος του κάνει χωρατά. Φου και σβήνει τον αναπτήρα. Γελά ο Κύκλωπας. Τι παιχνιδιάρηδες που είναι οι πιτσιρίκοι στην Ελλάδα! Ξανανάβει τον αναπτήρα. Τον απλώνει. Πλησιάζει το μούτρο του ο πιτσιρίκος, φέρνει κοντά το τσιγάρο του, κάνει τάχα πως ανάβει, ύστερα απότομα πάλι φου και ξανασβήνει τον αναπτήρα. Ξεκαρδίζεται ο Γερμανός:

— Χο-χο-χο!

Κουτοί και πεισματάρηδες που είναι οι πιτσιρίκοι στην Ελλάδα! Ένας πελώριος Γερμανός νιώθει την απέραντη υπεροχή του απέναντι σ’ αυτό το μικροσκοπικό χαζόπραμα και καθώς το βλέπει να τραβάει πάλι στο φανάρι για ν’ ανάψει, βρίσκει πως έχει δίκιο ο Χίτλερ να βραχνιάζει πως οι Γερμανοί είναι έξυπνος και περιούσιος λαός, που προορίστηκε από τη Θεία Πρόνοια να καβαλήσει όλους τους λαούς που είναι κουτοί. Αλλά το αστείο παρακρατά κι ο μικρός ανάβει επιτέλους απ’ τον αναπτήρα:

— Τάκενσεν!

— Εν-τά-ξει!

— Μπράβο, ρε Χιτλερία. Τα ’μαθες το ρωμέικα. Αφίτερζεν.

— Αφίτερζεν.

Κι ο Κύκλωπας με το χαμόγελο στο κρύο του πρόσωπο κοιτά τον πιτσιρίκο που χάνεται μες στο σκοτάδι. Ύστερα ετοιμάζεται πάλι να ξαναρχίσει τις βόλτες του γύρω απ’ το αυτοκίνητο.

Αλλά όταν φτάνει στο πίσω μέρος, γουρλώνει τα μάτια. Κομμάτια ξεβιδωμένα, λάστιχα κατατρυπημένα, κομμάτια που λείπουν, σωστή καταστροφή. Και τότε μόνο καταλαβαίνει:

— Αχ ζοοοοο!…

Λυσσά. Γαβγίζει. Τραβά το πιστόλι. Αλλά οι πιτσιρίκοι –γιατί ήταν ολόκληρη παρέα που μοίρασε τη δουλειά του σαμποτάζ– έγιναν άφαντοι.

———————————————————————————————————————————————–

  1. Η Ελενίτσα, Λιλίκα Νάκου

Μας τη φέρανε στο νοσοκομείο ένα πρωί που έκανε φοβερό κρύο εκείνον τον αξέχαστο και καταραμένο χειμώνα του σαρανταδύο.

Ήταν παγωμένη και είχε τα μάτια μισόκλειστα από την εξάντληση και την πείνα. Ήταν τόση δα! Ένα λεπτοφυές γλυκό κοριτσάκι ως έξι χρονών. Ένα παιδάκι καστανό, που η πείνα, η κακουχία, το κρύο, δεν είχαν κατορθώσει να αλλοιώσουν το όμορφο προσωπάκι και την αθώα έκφραση των ματιών του. Ένας πολισμάνος τη βρήκε μαζί με τον αδελφό της στο δρόμο και γύρευαν τα κακόμοιρα τα παιδιά αγκαλιασμένα σε μια γωνιά να ζεσταθούνε, ενώ το ξεροβόρι της Αθήνας ξεπάγιαζε και τον πιο καλοντυμένο διαβάτη.

Ναι λοιπόν, ένας πολισμάνος καλός τα λυπήθηκε τα παιδιά και μας τα έφερε στο νοσοκομείο, στη Ριζάρειο, που σ’ αυτό τότε μαζεύανε και φέρνανε όλους όσοι πέφτανε στο δρόμο από την πείνα. Είπε στην Προϊσταμένη: «Τα βρήκα αγκαλιασμένα να τουρτουρίζουνε μέσα στα κουρέλια, κάτω στο σταθμό του Ηλεκτρικού, και τα πόνεσε η ψυχή μου.»

Α, αυτή η Ομόνοια… Είναι αυτή η πλατεία που ο Ηλεκτρικός Σιδηρόδρομος ξέβραζε κείνον το χειμώνα, από τον Πειραιά και τους συνοικισμούς του, έναν κόσμο κολάσεως. Έναν κόσμο ανθρώπων πειναλέων, σκελετωμένων, με μάτια έξαλλα, που, μόλις φτάνανε στην Αθήνα, τρέχανε αμέσως στους ντενεκέδες των σκουπιδιών για να φάνε. Σα να μην είχε πια σκουπίδια ο Πειραιάς για να ψάξουν εκεί να φάνε.

Κι αλήθεια, διηγόνταν οι ίδιοι πως στον Πειραιά, γύρω από ένα ντενεκέ σκουπίδια, γίνονταν αληθινές μάχες, ανάμεσα σε σκύλους, ανθρώπους και παιδιά.

Μα ας είναι. Ας ξανάρθω στην Ελενίτσα, το κοριτσάκι που μας έφεραν στη Ριζάρειο. Στην αρχή λοιπόν, καθώς μας έφερε και δύο άλλα παιδιά ο πολισμάνος, δεν υπήρχε κανένας τρόπος να τα κρατήσουμε στο νοσοκομείο. Όλα τα κρεβάτια ήταν πιασμένα. Στην ανάγκη μάλιστα βάζαμε τα παιδιά πέντε πέντε σε κάθε κρεβάτι, για να μην τ’ αφήσουμε να πεθάνουνε με τέτοιο κρύο έξω στο δρόμο. Τα βάζαμε από τη μια και την άλλη μεριά του κρεβατιού, τα καημένα. Ναι, δεν υπήρχε λοιπόν ούτε μια μικρή θεσούλα για την Ελενίτσα.

Ο πολισμάνος, καλόκαρδος, ικέτευε την Προϊσταμένη. Μα τι να σου κάνει και αυτή; Έλεγε: «Πάρτε τουλάχιστον το κοριτσάκι… Δέστε πώς τρέμει… Είναι άσπρο το προσωπάκι του σαν το πανί… Αφήστε το το αγόρι…»

Αχ, Θεέ μου! συλλογιζόμουν εγώ, που βρισκόμουν κει δα μπροστά σ’ αυτή τη σκηνή, να, που γίνεται άθελα κανείς και σκληρός τέτοιες εποχές. Το αγόρι τι θα γινότανε; Θα το κατάπινε ασφαλώς ο δρόμος, και κανένα πρωί θα το βρίσκανε κοκαλωμένο από την παγωνιά και την πείνα. Θα το μαζεύανε και θα το ρίχνανε μέσα σ’ αυτό το κάρο, που κάθε πρωί γυρίζει στους δρόμους της Αθήνας και μαζεύει τους πεθαμένους. Και ύστερα, φύρδην μίγδην, παιδιά, γέρους, νέους, πάει και τους αδειάζει σε ένα μεγάλο λάκκο στο νεκροταφείο. Τέτοια τύχη περίμενε το αγόρι.

Ντίνο, λέει, το λέγανε, ήταν ως έντεκα χρονών αγόρι, σκελετωμένο, κι η πείνα το είχε κάνει να μοιάζει με μικρό πίθηκο, όπως άλλωστε μοιάζανε όλα τα πεινασμένα παιδιά, στο τελευταίο στάδιο που μας τα φέρνανε στο νοσοκομείο. Τους φυτρώνανε μάλιστα στο πρόσωπο και κάτι ξανθές τρίχες σαν χνούδι, πότε άσπρες, πότε ξανθές.

Τον Ντίνο όμως κάτι τον ξεχώριζε από τον πίθηκο. Ήταν τα μπλε μεγάλα του μάτια, που, είτε από το κρύο, είτε από άλλο λόγο, μοιάζανε όλο βουρκωμένα. Κοιτάζανε γύρω τον κόσμο, τον κόσμο αυτόν που ήταν όμοια η κόλαση, και βουρκώνανε. Θεέ μου, ήταν να μη βουρκώνουν τα μάτια των παιδιών, όπως και των μεγάλων, απ’ ό,τι γύρω τους βλέπανε;

Ας είναι. Στο πρόσωπο του αγοριού είχαν φυτρώσει αυτές οι περίεργες τρίχες του τελευταίου σταδίου της πείνας, που κάνανε και τους γιατρούς να απορούνε γι’ αυτό. Της Ελενίτσας όμως όχι. Το προσωπάκι της, αντίθετα από τα άλλα παιδιά, είχε γίνει διάφανο, λες και ήταν από φαρφουρί, από πολύτιμη πορσελάνα. Και τα μαλλάκια της, καστανά ανοιχτά, σγουραίνανε και γίνονταν σαν χρυσαφιά μπροστά στο μέτωπο. Τα μάτια της, σκούρα, κοιτάζανε τον κόσμο με εμπιστοσύνη. Και ήταν αυτή η έκφραση της εμπιστοσύνης προς τους ανθρώπους, που σου μαχαίρωνε την καρδιά.

Ήταν λοιπόν να σώσουμε ένα από τα δυο παιδιά. Ήταν η κρίσιμη στιγμή ν’ αποφασίσουμε ποιο από τα δυο θα έμενε στο νοσοκομείο. Και τα δύο ήταν εντελώς αδύνατο. Ούτε καν τροφή δεν υπήρχε για ένα παιδί παραπάνω. Δεν έπρεπε λοιπόν να αργοπορήσουμε. Η Προϊσταμένη δέχτηκε την πρόταση του πολισμάνου. «Καλά, είπε, θα κρατήσουμε το κοριτσάκι.» Έτσι έμεινε η «Ελενίτσα μας», όπως την έλεγε ο αδελφός της.

Και η Προϊσταμένη άρχισε από καθήκον να κάνει τις ίδιες ερωτήσεις που έκανε σε όλα τα παιδιά, όσα είχαν την τύχη – ναι, την τύχη! – να μπούνε στο νοσοκομείο.

«Πόσα παιδιά είστε στο σπίτι σας;»

«Εφτά!… αποκρίθηκε το αγόρι, σαν μεγαλύτερος που μπορούσε να μιλήσει. Η Ελενίτσα μας είναι το μικρότερο, έξι χρονών.»

«Από πού ερχόσαστε;»

«Από την Κοκκινιά, στον Πειραιά.»

«Μάνα, πατέρα έχετε;»

«Η μάνα μας πρήστηκε από την πείνα και έπεσε στο στρώμα. Ο πατέρας ήταν χτίστης, μα έχει, λένε, πλευρίτη. Βήχει και δε δουλεύει. Τα άλλα παιδιά φύγανε από το σπίτι γιατί πεινούσανε. Καμιά φορά πάλι, πότε πότε, γυρνούνε και πάλι ματαφεύγουνε.»

Αυτά είπε το αδέρφι της Ελενίτσας. Και, άμα έκανε να φύγει από το νοσοκομείο, το πιάσανε το κλάματα…  Δεν ήθελε να φύγει, ούτε να χωριστεί από  την Ελενίτσα. Έλεγε κι έκλαιγε: «Πώς να γυρίσω δίχως την Ελενίτσα μας; Εμείς στο σπίτι όλοι την αγαπάμε, γιατί μας κάνει πάντα και γελάμε. Και ποτέ δεν κλαίει, δεν πεινάει. Κάθεται σε μια μεριά, μας κοιτά και σωπαίνει. Η μάνα μας λέει γι’ αυτή πως δεν είναι σαν τ’ άλλα παιδιά. Την τρέφει ο αέρας και η καλή καρδιά.»

Αχ ναι, την έτρεφε ο αέρας και η καλή καρδιά. Μα έπεσε αυτή η βαρυχειμωνιά, πρώτη φορά τόσο βαριά για την Αθήνα. Έπεσε και η πείνα και πια δε βάσταξε η Ελενίτσα. Σαν πούπουλο ελαφρύ ήταν το κορμάκι της, σαν πούπουλο στα χέρια μας την ώρα που την πήραμε, να την καθαρίσουμε κάτω στα μπάνια και ύστερα να τη βάλουμε στο κρεβάτι. Έτυχε να βρεθεί ένα μικρό, τόσο δα κρεβατάκι, για πιο μικρό μάλιστα παιδί από την Ελενίτσα. Εκεί τη βάλαμε. Ήταν τόσο μικρό το σωματάκι της! Μα πού να χωρέσει εκεί και ο αδελφός της…

«Θα έρχεσαι να τη βλέπεις κάθε απόγευμα, του είπε η Προϊσταμένη. Μην κλαις… Άμα λίγο δυναμώσει και γίνει καλά, θα την πάρεις μαζί σου.»

«Κρατήστε με και μένα», ικέτευσε το αγόρι.

Μα η Προϊσταμένη, για να μην κλάψει κι αυτή (εγώ την ήξερα καλά), έμπηκε τις φωνές: «Σου είπα, φώναξε δυνατά, δεν έχομε θέση! Δεν καταλαβαίνεις που σου μιλώ ελληνικά;»

Έφυγε το αγόρι. Το είδα να στέκεται για πολλή ώρα, έτσι, μπροστά στην πόρτα του νοσοκομείου και να κοιτάζει καταπάνω τα παράθυρα.

Έξω έκανε ένα βοριά δυνατό. Και στριφογυρίζανε οι νιφάδες και χορεύανε έναν αλλόκοτο χορό, που ζαλιζόσουν να τις κοιτάζεις. Τα δέντρα της αυλής βουΐζανε και γέρνανε στον παγωμένο αέρα…

Το αγόρι έμεινε έτσι εκεί για λίγο ακόμα, μα ύστερα, σαν ξαναπέρασα εγώ από το διάδρομο και κοίταξα από το παράθυρο, δεν ήταν πια εκεί. Είχε φύγει.

Μας έμεινε λοιπόν η Ελενίτσα μας με το διάφανο προσωπάκι. Μόλις ζεστάθηκε και συνήλθε, άνοιξε τα μάτια της και κοίταξε ολόγυρά της. Αχ, τι γλυκά παιδιακίσια ματάκια! Αυτά έπρεπε να βλέπουν ανθισμένα λιβάδια, πεταλούδες, πουλιά και λουλούδια. Και όχι να κοιτάνε γύρω τα σκελετωμένα παιδιά μέσα στο θάλαμο, που βογγούσανε, υποφέρανε και πεθαίνανε…

Κοίταξε περίεργα όλο γύρω της η Ελενίτσα. Στην αρχή δεν καταλάβαινε καλά πού βρισκότανε. Έπειτα κοίταξε κι εμάς τις νοσοκόμες. Και, ποιος ξέρει… της αρέσαμε έτσι με τις άσπρες ποδιές και μας χαμογέλασε. Τι χαμόγελο! Η Προϊσταμένη δε βάσταξε, πήγε κοντά της, έσκυψε και τη φίλησε…

«Τι θέλεις, πουλί μου; της είπε. Πες μου και μη φοβάσαι.»

Η Ελενίτσα μας κοίταζε. Κοίταζε την Προϊσταμένη καλά, ύστερα πάλι εμάς. Και έκανε σαν να ήθελε να πει κάποιο σπουδαίο μυστικό που ήτανε ντροπή να τ’ ακούσει κανείς… Σαν να ήθελε να πει έναν πόθο, που πάσχιζε από καιρό να τον πει, μα πάλι δεν τολμούσε.

«Τι θέλεις, μικρό μου;» την ξαναρώτησε η Προϊσταμένη. «Πες τι θέλεις. Μη φοβάσαι! Ό,τι θέλεις, αμέσως θα το ‘χεις.»

Α, τι κουβέντα τολμηρή για την εποχή που ζούμε ξεστόμισε η Προϊσταμένη! Και πόσο η ίδια ύστερα υπέφερε από την κουβέντα αυτή…

«Πες μου…»

Μια φωνίτσα τότε απαλή, αδύνατη σαν αχνός, είπε δειλά:

«Θέλω… Θέλω πατατίτσες τηγανιτές!…» Και το προσωπάκι της πήρε έξαφνα μια έκφραση χαρούμενη και μαζί λίγο σαν πονηρούτσικη. «Πατατίτσες τηγανιτές!» ξανάπε και κοίταξε με τα ματάκια της, γιομάτα εμπιστοσύνη, την κυρία Προϊσταμένη.

Ταράχτηκε τότε, είδα, η κυρία Προϊσταμένη. «Πατατίτσες τηγανιτές», είπε και αυτή, σα να θυμήθηκε έξαφνα πως, πράγματι, στον κόσμο υπήρχαν κάπου πατατίτσες τηγανιτές… «Πατατίτσες;» ξανάπε η Προϊσταμένη και μας κοίταξε με ταραχή και απορία. «Πού να τις βρούμε;» έκανε πάλι κοιτάζοντας τις νοσοκόμες, που στεκόμαστε μάρτυρες βουβοί σ’ αυτήν όλη τη σκηνή…

Ναι, πού να τις βρούμε;… Πού να βρεθεί τέτοια πολυτέλεια της πατάτας μέσα σ’ ένα νοσοκομείο όπως η Ριζάρειος… Εδώ, εμείς, είχαμε μόνο ό,τι μας έδινε ο Ερυθρός Σταυρός. Φασόλια, κάποτε λακέρδα – και πάλι φασόλια και χόρτα. Γάλα περιμέναμε να μας στείλουνε κουτιά από την Ελβετία. Μα πατάτα πού να βρεθεί;

Και όμως η Ελενίτσα ήθελε και καλά τηγανιτές πατατίτσες. Με την ξαφνική της αυτή επιθυμία, μείναμε κι εμείς οι νοσοκόμες σκεφτικές. Άξαφνα κι εμείς θυμηθήκαμε τις πατατίτσες τις τηγανιτές του σπιτιού. Την ατμόσφαιρα του σπιτιού του καλού καιρού, που δε βάζαμε ποτέ με το νου μας, τότες, πως γραμμένο ήταν τέτοια πράγματα να δούνε τα μάτια μας!… Πατατίτσες τηγανιτές!… Καλέ, τι σκέφτηκε η Ελενίτσα!

Το μικρό κοριτσάκι τώρα, ξεθαρρεμένο, μας χαμογελούσε, μας κοίταζε και μας έλεγε με την παιδιακίσια φωνούλα της: «Πατατίτσες θέλω! Πατατίτσες τηγανιτές!»

Όταν της φέραμε να πιει φασουλόζουμο, δεν το ήθελε. Της είχε για καλά κολλήσει η ιδέα για πατατίτσες. Και με παιδιάστικη τώρα επιμονή, τις γύρευε. Τι ήταν να ρωτήσει η Προϊσταμένη το παιδί, τι ήθελε να φάει…

Σαν ήρθε ο γιατρός και μας είδε έτσι σκεφτικές, μας έβαλε μπροστά. Είχε τα νεύρα του. Δεν είχε όρεξη για πολλές κουβέντες. Είχαν, έλεγε, πολλά παιδιά πεθάνει χθες και σήμερα μέσα στο νοσοκομείο. Και αυτός τίποτα δεν μπορούσε να κάνει για να μην πεθάνουνε.

Ούτε φάρμακα, ούτε γάλα, ούτε τίποτα υπήρχε.

«Τι χρειαζόμαστε λοιπόν εδώ μέσα εμείς οι γιατροί;» είπε με απελπισία στην Προϊσταμένη.

Του δείξαμε την Ελενίτσα και του είπαμε για τις πατατίτσες που μας ζητούσε… Πάλι μας έβαλε μπροστά. «Μα και πατάτες αν είχατε, μας είπε, δεν έπρεπε να δώστε ευθύς να φάει στο παιδί. Θα πάθει δυσεντερία, που τώρα όλα έτσι τα θερίζει. Γάλα – δεν το καταλάβατε; – γάλα πρέπει να ‘χει το παιδί τούτο, όπως όλα τα παιδιά, για να σωθούνε. Δεν το καταλάβατε ακόμα;» μας έκανε θυμωμένος.

Τι να πούμε όμως εμείς; Ξέραμε πως γάλα δεν υπήρχε…

Ο γιατρός, πριν φύγει από το θάλαμο, πήγε ξανά κοντά στο κρεβατάκι της Ελενίτσας και, με γλυκό τρόπο τώρα, της είπε: «Άμα γίνεις καλά, μικρούλα μου, θα φας τις πατατίτσες. Όχι τώρα! Ακούς;» Και έφυγε.

Η Ελενίτσα δε μίλησε. Κοίταξε το γιατρό, κοίταξε και μας και σώπασε. Σούφρωσε μόνο το στοματάκι της. Ήταν, βλέπεις, από μικρό, μαθημένο καμιά από τις επιθυμίες της να μην της γίνεται. Θα ήταν ίσως και η πρώτη φορά που, στη ζωούλα της τη μικρή, ζήτησε κάτι. Ξεγελάστηκε η Ελενίτσα, από το περιβάλλον, από τις άσπρες ποδιές μας, το καλό χαμόγελο της Προϊσταμένης, και ζήτησε και αυτή κάτι. Στο τέλος είπε: «Δεν πειράζει» και σώπασε και έγειρε το κεφαλάκι πάνω στο μαξιλάρι και έκλεισε τα ματάκια.

Την αφήσαμε. Είχαμε και μεις άλλες δουλειές να κάνουμε, τόσα παιδιά, τόσους αρρώστους να περιποιηθούμε μέσα στο νοσοκομείο. Μπαίναμε, βγαίναμε στις αίθουσες. Ακούγαμε από μακριά, από κάτω στην είσοδο, τη φασαρία που γίνονταν εκεί, τις φωνές των ανθρώπων, που ικέτευαν τη διεύθυνση να μπούνε μέσα στο νοσοκομείο…

«Πού θέλετε, μωρέ, να σας βάλω;» ακούγονταν η δυνατή φωνή του διευθυντή. «Θέλετε να με πνίξετε;… Δεν καταλαβαίνετε ρωμέικα που σας λέω; Δεν υπάρχουν κρεβάτια!»

«Θα περιμένουμε ώσπου ν’ αδειάσει κανένα κρεβάτι», ακούστηκε να λέει μια άγνωστη φωνή.

«Μα, για να αδειάσουν κρεβάτια, πρέπει πρώτα να πεθάνουνε οι άνθρωποι. Ξέρω πότε θα πεθάνει κανείς; Μπορώ να τον βιάσω να πεθάνει;» φώναζε έξω φρενών ο διευθυντής.

Και μείς ξέραμε πως πεθαίνανε αράδα οι άνθρωποι… Μα, μόλις αδειάζανε τα κρεβάτια, έρχονταν άλλοι. Κάνανε καμιά δυο μέρες, και πάλι πεθαίνανε. Και όλοι από το ίδιο πράμα. Εξάντληση, δυσεντερίες από τα σκουπίδια που τρώγανε, κακουχία. Πραγματική αρρώστια δεν υπήρχε. Λιμός! σου λέει ο άλλος. Λιμός! Από αυτό που λένε και δέουνται στην εκκλησία να μην πέσει ποτέ στον κόσμο. Σάματι και μεις οι ίδιες δεν πεινούσαμε; Δε λιγοθυμούσανε οι νοσοκόμες από την πείνα;

Κάποτε κάποτε περνούσα και από την αίθουσα που βρισκόταν η Ελενίτσα. Πήγαινα κοντά της. Μόλις με έβλεπε, χαμογελούσε…

Μα το ίδιο απόγευμα κοκκίνισε από τον πυρετό το προσωπάκι της. Της παρουσιάστηκε η δυσεντερία. Αχ, να είχαμε τουλάχιστο να της δίναμε ρυζόνερο… Μα τίποτα, είπα, δεν είχαμε. Ρύζι; Πού να βρεθεί το ρύζι;… Ούτε γιατρικά είχαμε, ούτε τίποτα… Και σε κοιτάζανε τα μάτια των παιδιών που υποφέρανε, και τίποτε και δεν μπορούσες να τους κάνεις… Τίποτ’ άλλο παρά στο τέλος να τους κλείσεις τα ματάκια αυτά. Θεέ μου!… Μας είχε ο Θεός τόσο εγκαταλείψει;… Τι κακό κάνανε τα παιδιά;…

Το απογευματάκι ήρθε ο αδερφός της να δει την Ελενίτσα. Ήταν μαβής από το κρύο, τα μάτια του πρησμένα από το κλάμα. Κάθισε κοντά στο κρεβατάκι της αδερφούλας του και άκουσα να της λέει, καθώς περνούσα από κει: «Σου ‘φερα ένα παστέλι».

Θα είχε στους δρόμους ζητιανέψει και με τα λεφτά αυτά θα είχε αγοράσει το παστέλι.

Η Ελενίτσα το κοίταξε, λάμψανε τα ματάκια της από ευχαρίστηση, έκανε να το φάει, μα ήτανε πολύ σκληρό και το άφησε.

«Πατατίτσες… είπε. Πατατίτσες τηγανιτές θέλω.»

Το αγόρι άνοιξε καλά τα μάτια του… Καλέ, τι ζητούσε η αδερφή του; Ήταν στα συγκαλά της; Δεν ήξερε πως τέτοια πράματα δεν υπήρχανε πια στον κόσμο; Της είπε το αγόρι μονάχα: «Καλά είσαι εδώ, Ελενίτσα. Αχ, μ’ αφήνεις δίπλα σου να ξαπλώσω; Είμαι τόσο αποσταμένος… Και κρυώνω!… Ξέρεις τι κρύο κάνει έξω;»

Όταν ξαναπέρασα από το θάλαμο, το αγόρι είχε φύγει μαζί μ’ όλες τις επισκέψεις. Η Ελενίτσα όμως έκαιγε από τον πυρετό. Παραμιλούσε. Έσκυψα πάνωθέ της. «Πατατίτσες…», έλεγε και άπλωνε τα χεράκια της.

Κατά το βραδάκι πέρασε ο γιατρός και κοίταξε την Ελενίτσα. Έμοιαζε ξαφνικά γερασμένος, κουρασμένος, θλιμμένος. Και ας ήταν νέος. Έμοιαζε τελευταία να ‘χει γεράσει πολύ. Όλον το χειμώνα είχε δει τόσους αρρώστους, μικρούς και μεγάλους, να πεθαίνουνε – τόσα μάτια παιδιών τον είχαν κοιτάξει, δίχως να μπορεί να τους προσφέρει καμιά βοήθεια, που να, αν και νέος, για λίγους μήνες, τα μαλλιά του ασπρίσανε εδώ στα πλάγια.

«Λοιπόν η Ελενίτσα μας;» τον ρώτησα πηγαίνοντας κοντά του.

Κούνησε το κεφάλι του. «Αν εξακολουθήσει έτσι ο πυρετός και η δυσεντερία…», είπε. Κι αμέσως, παίρνοντας ύφος αγαναχτισμένο, πρόσθεσε: «Τι! Με το φασουλόζουμο θα γιατρευτεί; Ό,τι κάνει η φύσις.» Και, μουτρωμένος που δεν μπορούσε να βοηθήσει σε τίποτα, σηκώθηκε και έφυγε από το θάλαμο των παιδιών.

Έτσι πέρασε όλο εκείνο το βράδυ και το άλλο πρωί.

Η Προϊσταμένη, όταν μπήκε το απόγευμα στο θάλαμο των παιδιών, πήγε κατ’ ευθείαν κοντά στην Ελενίτσα. Όλοι πια την αγαπούσαμε. Ούτε έκλαιγε, ούτε φώναζε σαν τα άλλα παιδιά. Μόνο, σαν περνούσαμε από κει, μας χαμογελούσε.

Σα μανία μόνο της είχε κολλήσει κι όταν παραμιλούσε ακόμα έλεγε: «Θέλω πατατίτσες, πατατίτσες τηγανιτές!» με μια παιδιάστικη επιμονή άρρωστου παιδιού.

Το άλλο πρωί, σαν πέρασε ο γιατρός και την είδε, κατσούφιασε, έμεινε σκεφτικός και ύστερα, με το χέρι του, χάιδεψε τις καστανές μπουκλίτσες της Ελενίτσας. Μας είπε, κοιτάζοντάς μας, θλιμμένος:

«Δώστε της τέλος πάντων να φάει πατατίτσες, να πάει ευχαριστημένο το παιδί…»

«Α!» έκανε η Προϊσταμένη, κουνώντας το κεφάλι της. «Ώστε δεν υπάρχει πια καμιά ελπίδα;» Και αμέσως γύρισε και φώναξε σε μας τις νοσοκόμες, που καθόμαστε και την κοιτάζαμε: «Γλήγορα να μας βρείτε μια δυο πατάτες! Τι με κοιτάτε έτσι; Λέω να τρέξετε να μου οικονομήσετε καμιά πατάτα, να δώσουμε στο παιδί!»

Την κοιτάζαμε την Προϊσταμένη κι είχαμε μείνει άναυδες. Τι να της πούμε; Πως είχε τρελαθεί; Έτρωγε κανένας μας πατάτες; Είχαμε εμείς μισή πατάτα σπίτια μας; Μονάχα οι πολύ πλούσιοι θα ‘χαν, μα κι αυτοί θα τις τρώγανε στα κρυφά, για να μη τους δει κανένας.

Η Προϊσταμένη ήταν μια γυναίκα ενεργητική, που δε δίσταζε ποτέ μπροστά σε καμιά δυσκολία. Είχε κιόλας βρει κάτι με το νου της. Μας είπε: «Να πάει μια από σας, γλήγορα, στο μέγαρο απέναντι. Ξέρω την κυρία που κάθεται. Θα χτυπήσετε την πόρτα δυνατά, ως ότου σας ανοίξουν, και θα πείτε στον υπηρέτη ότι η Προϊσταμένη εδώ του νοσοκομείου σας έστειλε και ότι είναι ανάγκη να δείτε την κυρία. Θα της τα πείτε όλα όπως είναι. Μια πατάτα γυρεύει για ένα παιδάκι που ίσως πεθάνει. Τρέξτε τώρα γλήγορα!»

Έτρεξα εγώ στο απέναντι μέγαρο, χτύπησα δυνατά την πόρτα. Μου άνοιξε ένας λακές, με έβαλε κάτω στα σαλόνια…, περίμενα… Αχ, Θεέ μου, συλλογιζόμουν εγώ διαρκώς, ας κάνουμε γλήγορα, να βαστάξει η Ελενίτσα, ως ότου τις δώσουνε, τις ψήσουνε, τις ετοιμάσουνε τις τηγανιτές πατατίτσες. Με είχε πιάσει νευρικό και δε με χωρούσε ο τόπος.

Τέλος φάνηκε η οικοδέσποινα. Της είπα τι συνέβαινε.

«Ευχαρίστως, μου είπε. Δεν έχω πολλές πατάτες. Μπορώ να σας δώσω μια οκά για τους αρρώστους σας.»

Και κουδούνισε και ήρθε πάλι ο λακές. Άμα άκουσε όμως εκείνος πως η κυρά του θα έδινε μια οκά πατάτες στο νοσοκομείο, ευθύς κατέβασε τα μούτρα του και με κοίταξε βλοσυρά, σα να ‘λεγε: «Καρακάξα, να το ‘ξερα, δε θα σ’ άνοιγα την πόρτα!» Μα δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς και σε λίγο έφερε τις πατάτες.

«Ευχαριστώ», είπα και έφυγα τρέχοντας για το νοσοκομείο.

Φασαρία, συναγερμός στην κουζίνα, μόλις είδαν όλοι τους τις πατάτες. Τις κοιτάζανε όλοι σηκωμένοι από πάνω… Και, όταν τις ψήσανε, μια καθαρίστρια λιγοθύμησε, λέει, από τη μυρουδιά.

Η είδηση ότι φέρανε πατάτες πετούσε από στόμα σε στόμα ως πάνω στους αρρώστους. «Πατατίτσες τηγανιτές κάνουνε κάτω», λέγανε.

Μα η Ελενίτσα, εν τω μεταξύ, όλο και χειροτέρευε. Δεν μπορούσε πια ούτε τα ματάκια της να κρατήσει ανοιχτά. Τα άνοιγε και τα έκλεινε αμέσως. Το χειλάκι της άσπριζε. Κρύωνε.

Ένας βοηθός που πέρασε είπε: «Τι να ‘χει, ρωτάτε; Εξάντληση του οργανισμού. Βάσταξε, βάσταξε το παιδί, εξαντλήθηκε, και η δυσεντερία από πάνω την απέκαμε. Τι νομίζετε; Αυτό μας περιμένει και μας.  Θα βγάλουμε και μεις το χειμώνα;»

Είναι μερικοί άνθρωποι, έτσι, που σε αποκαρδιώνουνε, αντί να σου δώσουνε κουράγιο.

Πέρασα κοντά από το κρεβάτι της Ελενίτσας. Τη φωνάζω: «Ελενίτσα!»

«Θα σου φέρουνε, της λέω, πατατίτσες τηγανιτές.»

Έρχεται  η Προϊσταμένη. Της χαϊδεύει τα μαλλιά. Την κοιτά η Ελενίτσα, της χαμογελά. Θε μου, τι χαμόγελο έχει το παιδί! Τι χαμόγελο είναι αυτό, όταν πλησιάζεις να σ’ αντικρίσει! Ράισε όλων μας η καρδιά.

Τέλος ήρθανε, φέρανε τις πατατίτσες μέσα σε ένα πιάτο όμορφες, ροδοκόκκινες, καλοτηγανισμένες. Ζευγάρια ματάκια άλλων παιδιών από τα κρεβάτια τους  κοιτάζανε!… Ανασηκώνονται…

Μα η Προϊσταμένη λέει δυνατά: «Όχι! Οι πατατίτσες είναι μόνο για την Ελενίτσα!» Και σκύβει πάνω από το κοριτσάκι και της λέει: «Ελενίτσα, να οι πατατίτσες σου! Είναι δικές σου! Σου τις φέραμε… Ελενίτσα!»

Άνοιξε τα μάτια το κοριτσάκι. Μια λάμψη χαράς πέρασε, πριν να σβήσουνε τα ματάκια του. «Α!» έκανε και χαμογέλασε και ανασηκώθηκε κομμάτι στο κρεβάτι και άπλωσε το χεράκι να τις αρπάξει. Αλλά – αχ! – το κεφαλάκι ξαφνικά έγειρε προς τα πίσω πιο άσπρο από πανί. Τα χειλάκια γινήκανε ευθύς μαβιά. Μεγάλοι κύκλοι μαύροι φανήκανε κάτω από τα μάτια.

«Ελενίτσα! Ελενίτσα!» της φωνάζει η Προϊσταμένη.

Λιγοθύμησε η Ελενίτσα!…

Τρέξαμε οι δυο νοσοκόμες που είμαστε εκεί, κοντά στο κρεβατάκι του παιδιού. Και είδαμε το ένα χεράκι πάνω στο σεντόνι να κρατά σφιχτά σφιχτά τις τηγανιτές πατατίτσες. Δεν ήθελε να τις παρατήσει. Ανάσαινε βαθιά και η αγωνία ήταν σύντομη. Μα πάντα βάσταγε τις πατατίτσες τις τηγανιτές. Δεν είχε προφτάσει ούτε στο στόμα της να τις βάλει η Ελενίτσα.

Με δυσκολία μεγάλη η Προϊσταμένη άνοιξε το χεράκι που κρατούσε τις πατατίτσες, για να μην  παρουσιαστεί έτσι μπροστά στο Θεό και λυπηθεί Εκείνος και πει: «Α, άνθρωποι τρελοί! Εγώ από όλα τα καλά σας έδωσα στη γη!… Και όμως εσείς αφήσατε την τελευταία στιγμή για να δώσετε στην Ελενίτσα λιγάκι φαΐ;»

Τα σταύρωσε λοιπόν τα χεράκια η Προϊσταμένη για να παρουσιαστεί έτσι, χωρίς πατατίτσες, μπροστά Του η Ελενίτσα. Με αδειανά και σταυρωμένα χεράκια. Στο Θεό, που καλούσε τα φτωχά παιδιά κοντά Του, για να τα βγάλει από την κόλαση της ζωής.

————————————————————————————————————–

  1. Ο Μανόλης Γλέζος διηγείται πώς μαζί με τον σύντροφό του Απόστολο Σάντα κατέβασαν τη ναζιστική σημαία από την Ακρόπολη.

…Έτσι, στις 30 του Μάη του 1941, γυρίζαμε άσκοπα στους στυγνούς δρόμους της Αθήνας.

—Λάκη, το βλέπεις κείνο εκεί;

Το φασιστικό σύμβολο, πελώριος συμπυκνωμένος βραχνάς, πλάκωνε τον ουρανό της Αθήνας. Δε χρειάζονταν περισσότερα λόγια. Ο ένας κατάλαβε τον άλλον. Σε μας έλαχεν ο κλήρος -απλοί, ανώνυμοι ερμηνευτές της φλόγας ενός ολόκληρου λαού, της θέλησης του, θα προβαίναμε στην υποστολή της Γερμανικής σημαίας.

Δώσαμε τα χέρια και χωρίσαμε. Το βράδυ, ραντεβού στις 8, στην πλατεία Κουμουνδούρου (Ελευθερίας). Όταν ανταμώσαμε, τα χέρια μας σφίχτηκαν νευριασμένα. Δεν ήταν από φόβο. Ήταν συγκίνηση για το μεγάλο σκοπό, για την επιτυχία! Είχε σκοτεινιάσει. Το φεγγάρι είχε βγει. Ήταν μια όμορφη αττική βραδιά. Αμίλητοι προχωρήσαμε μέσα απ’ την Πλάκα. Απ’ το πρωί είχαμε κανονίσει τις τεχνικές λεπτομέρειες κι είχαμε μαζί μας ένα κλεφτοφάναρο. Κάναμε μια βόλτα γύρω απ’ την Ακρόπολη. Η γερμανική φρουρά φαινόταν. Τάχα στον κοντό να υπήρχε σκοπός; Ήταν δεν ήταν, εμείς θ’ ανεβαίναμε. Σε μια στιγμή, που δε φαινόταν κανένας γύρω, πηδήξαμε το συρματόπλεγμα που ‘ναι γύρω στο δασάκι των πεύκων της βόρειας πλευράς και, σιγά σιγά, ο ένας πίσω απ’ τον άλλον, προχωρήσαμε σκαρφαλώνοντας στ’ απόκρημνα βράχια. Φτάσαμε σε μια πορτίτσα ξύλινη, που ’φραζε το άνοιγμα που υπάρχει εκεί που αρχίζουν τα τείχη. Στην είσοδο, που κατά τους αρχαιότερους Αθηναίους μπαινόβγαινε το ιερό φίδι του Παρθενώνα. Ευτυχώς, το λουκέτο δεν ήταν κλειστό. Σπρώξαμε και μπήκαμε. Είχαμε φτάσει.

Με κομμένες τις αναπνοές ρίξαμε ένα βλέμμα γύρω μας: δεξιά τα Προπύλαια, απέναντι ο Παρθενώνας, αριστερά το Ερεχθείο, ψηλά, μεγαλόπρεπα, φωτίζονταν υποβλητικά απ’ το φεγγάρι. Τα σπασμένα μάρμαρα σκόρπια παντού, κάτω απ’ το διόχρωμο εκείνο φως, παρουσιάζουν περίεργα σχήματα.

Προς το παρόν, κανένας Γερμανός δε φαινόταν. Σκυφτοί καθώς είμαστε, κρυβόμενοι πίσω απ’ τα μάρμαρα, προχωρούσαμε. Κάπου κάπου πετούσαμε μακριά κανένα πετραδάκι, ώστε να δημιουργείται θόρυβος έξω από κει πού ευρισκόμεθα εμείς, ώστε, αν υπήρχε κανένας σκοπός, να προσέξει προς τα εκεί και ν’ αποφύγουμε εμείς τον κίνδυνο. Ως την ώρα δεν είδαμε ούτε ίχνος σκοπού. Εδώ, όμως, ήταν τα σκούρα: μήπως σ’ εκείνο το κυκλικό τειχάκι υπήρχε κανένας; Για πολλή ώρα, πίσω απ’ τη σκιά του βόρειου τείχους, σταματήσαμε. Έπειτα όμως, θαρραλέα προχωρήσαμε προς τη βάση του κοντού. Δεν υπήρχε κανένας. Από πάνω μας κυμάτιζε το φασιστικό σύμβολο.

Λύσαμε το συρματόσχοινο κι αρχίσαμε να τραβάμε για να την κατεβάσουμε. Μα τα σύρματα δεν άκουγαν. Είχαν μπλεχτεί. Η σημαία δεν κατέβαινε. Τι έπρεπε να γίνει;

— Να κατέβει η σημαία! απαντούσε η φωνή της συνείδησης, η φωνή του σκλαβωμένου λαού!

…Το μυαλό δούλευε γρήγορα. Άρπαξα το σιδερένιο κοντό κι άρχισα ν’ ανεβαίνω, έπιασα τη σημαία κι άρχισα να την τραβάω. Τίποτα όμως. Δεν έπεφτε Κουράστηκα και κατέβηκα. Δεύτερη απόπειρα έφερε τα ίδια αποτελέσματα.

— Τώρα, Λάκη, η σειρά σου, είπα στο σύντροφο μου.

Όμως ούτε κείνος μπόρεσε. Για τρίτη φορά, τότε, αναρριχιέμαι με λύσσα – με δόντια και με χέρια κρεμάστηκα από τη σημαία. Και τώρα, όμως, τίποτα. Η σημαία, όμως, έπρεπε να κατεβεί.

Και κατέβηκε! Και να πώς: το σιδερένιο κοντάρι υποβασταζόταν από τρία συρματόσχοινα. Τα λύσαμε από κει που ήταν δεμένα και δίνοντας παλμικές κινήσεις στο κοντάρι τα ξεμπλέξαμε και η σημαία έπεσε επάνω μας και μας κουκούλωσε. Ξεκουκουλωθήκαμε και βάζοντάς την κάτω, αγκαλιαστήκαμε και χορεύαμε πατώντας τα φασιστικά σύμβολα!

Εκείνη την ώρα το φεγγάρι χανόταν πίσω απ’ το Αιγάλεω. Κόψαμε από ένα κομμάτι ο καθένας, εκεί κοντά στον αγκυλωτό σταυρό. Τα κομμάτια αυτά τα πήραμε μαζί μας, αλλά στον καιρό της τρομοκρατίας οι μανάδες μας τα ’καψαν!

Την υπόλοιπη τη μαζέψαμε γρήγορα γρήγορα και τη ρίξαμε στο ξεροπήγαδο που βρίσκεται ανάμεσα στα τείχη και στο Βράχο. Ίσως, τώρα, ύστερα από τόσα χρόνια, να ’χει πια λιώσει.

Γυρίζοντας, αργά, στα σπίτια μας, μας έπιασε ο σκοπός έξω από το Κρατικό Ταμείο (Ερμού). Η ώρα ήταν 12.10΄ και η κυκλοφορία είχε σταματήσει. Του δικαιολογηθήκαμε ότι είμαστε σε γλέντι και μας άφησε. Και πραγματικά σε γλέντι είμαστε, διότι κείνο που ποθούσαμε είχε γίνει. Η απαρχή του σκληρού αγώνα έγινε. Το μάθημα στους Γερμανούς είχε δοθεί!

Την άλλη μέρα το γερμανικό ανακοινωθέν αναγγέλλει το κατέβασμα της σημαίας:

«Κατά την νύχτα της 30ής προς 31ην Μαΐου υπεξηρέθη η επί της Ακροπόλεως κυματίζουσα γερμανική πολεμική σημαία παρ’ αγνώστων δραστών. Διενεργούνται αυστηροί ανακρίσεις. Οι ένοχοι και συνεργοί αυτών θα τιμωρηθούν δια της ποινής του θανάτου».

Η εφημερίδα Βραδυνή, 1/6/1941 έγραφε:

«Δεν είναι δυνατόν να ήσαν άνθρωποι με σώας τας φρένας αυτοί που υπεξήρεσαν, εν ώρα νυκτός, την Γερμανικήν Σημαίαν, η οποία εκυμάτιζεν επί της Ακροπόλεως, παραπλεύρως της εθνικής μας σημαίας. Πάντως δεν είναι δυνατόν να ήσαν Ελληνες που αγαπούν το ´Εθνος των. Διότι μόνο παράφρονες ή όργανα ξένης προπαγάνδας ημπορούσαν να διαπράξουν μιαν τόσον επαίσχυντον, αλλά και τόσον επικίνδυνον, ως προς τας συνεπείας της πράξιν….

   Την σημαίαν με τον αγκυλωτόν σταυρόν καλύπτουν ήδη πολλαί δάφναι δόξης εις τα πολυάριθμα πεδία των μαχών, και ουδείς είνε δυνατόν ν’ αρνηθή εις αυτήν την προσήκουσαν τιμήν και τον ειλικρινή σεβασμόν. Το Ελληνικόν Εθνος υπεδέχθη την σημαίαν του Νέου Ράιχ που δημιούργησεν η μεγαλοφυής διάνοια του Αδόλφου Χίτλερ, ως την σημαίαν ενός υπό πάσαν έποψιν μεγάλου και ανέκαθεν φίλου προς την Ελλάδαν λαού, ως εν σύμβολον αποκαταστάσεως μια ειρηνικής περιόδου, ως εν σύμβολον δικαιοσύνης, ευνομίας και πολιτισμού…»

Δημητρίου Γατόπουλου. «Ο λαός αρχίζει την Αντίσταση» στο «Ιστορικόν Αρχείον Εθνικής Αντιστάσεως» τεύχος 1ον, σ. 21.

———————————————————————————————————————————————–

  1. Ο Μικρός Ήρωας: Ανδρέας Λυκουρίνος.

Το κρεμάσανε, το κάψανε, του βάλανε στα νύχια καρφίτσες. Μα αυτός εξακολουθούσε να είναι μαθητής της 2ης τάξης του 6ου Γυμνασίου και ο αλύγιστος και παινεμένος αγωνιστής του Εθνικού Ελληνικού Αγώνα της Αντίστασης…

Ανδρέας Λυκουρίνος ήταν μόλις 14 ετών όταν στις 5 Σεπτεμβρίου 1944 εκτελέστηκε στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής μαζί με την Ηρώ Κωνσταντοπούλου και άλλους 48 αγωνιστές που κρατούνταν στο στρατόπεδο του Χαϊδαρίου.

«Στην επίθεση πείνας»

Τον συνέλαβαν και τον βασάνισαν επειδή άρπαζε τα όπλα από τους συνεργάτες των Γερμανών στην Αθήνα και τα παρέδιδε στην ΕΠΟΝ – στις τάξεις της οποίας είχε ήδη ενταχθεί, ανήκοντας στον λόχο του ΕΛΑΣ της Καλλιθέας Αττικής – προκειμένου να προωθούνται στις αντάρτικες ομάδες ανά την Ελλάδα που τα χρειάζονταν για τον ένοπλο αγώνα τους ενάντια στους γερμανούς κατακτητές.

Ο συγγραφέας Θέμος Κορνάρος θα γράψει για τον Ανδρέα Λυκουρίνο στην εφημερίδα Ελεύθερη Ελλάδα (δημοσιογραφικό όργανο της ΚΕ του ΕΑΜ που κυκλοφορούσε παράνομα την περίοδο της κατοχής), στις 6 Μαΐου 1945:

«Ο Ανδρέας Λυκουρίνος γεννήθηκε στα 1931 κι ο κατακλυσμός της σκλαβιάς τον βρίσκει ένδεκα χρονών. Πήρε ενεργό μέρος στην πρώτη φάση του αγώνα. Στην επίθεση πείνας. Το ελληνικό φρούριο κράτησε άμυνα γερή ένα χρόνο…

Ο Ανδρέας Λυκουρίνος έπρεπε να διαλέξει μεταξύ του σχολικού βαθμολογίου και του ανοιχτού αγώνα της πατρίδας του. Ητανε ο πρώτος μαθητής.

Αυτό δεν τον εμπόδισε καθόλου να βρει τα πόστα του παράνομου τύπου και να ακούει απ’ ευθείας τη φωνή και τις εντολές του μαχόμενου Εθνους: “Κρατηθείτε ζωντανοί. Η ζωή μας θα είναι το χρησιμότερο υλικό για τη μάχη, για τη ΝΙΚΗ.

Σε ηγετικό πόστο.

Ο Λυκουρίνος θεωρεί τον εαυτό του υπεύθυνο για τη ζωή των δικών του. Για τα τρία αδέρφια και τους γονείς του. Αγοράζει και πουλά παλιά ρούχα και παλιά παπούτσια κι έσωσε το σπίτι του. Η δουλειά του πατέρα του περνούσε κρίση. Ητανε μαραγκός. Στην ξεγνοιασιά του παιδικού προσώπου έρχεται η ευθύνη και η αγωνία και βάζουνε σφραγίδα τίμιου άνδρα…

Είχε νικήσει την πρώτη νίκη για λογαριασμό της αδούλωτης πατρίδας του. Είχε αποκτήσει αυτοπεποίθηση. Εχει επιβληθεί και στους μικρούς και στους μεγάλους. Και στην επιθετική φάση του αγώνα, όταν το Εθνος γύρευε αρχηγούς της κάθε ηλικίας και της κάθε γειτονιάς, ο Α. Λυκουρίνος βρισκότανε κιόλας τοποθετημένος μόνος του, στο ηγετικό πόστο της νεολαίας Μακρυγιάννη.

Εχει μπει στα 12 χρόνια! Και καμαρώνει γιατί – προσθέτοντας μόνος του δύο-τρία χρόνια παρά πάνω – έφτιαχνε ένα νούμερο που ξέφευγε κάπως από τα σύνορα της νηπιακής ηλικίας.

Είχε γίνει θρύλος μεταξύ των τσολιάδων, συζητιόνταν μ’ ανησυχία τα κατορθώματα κάποιου “μωρού”, στο Κουκάκι.

Μ’ ένα ψευτοπίστολο

Το αντάρτικο γύρευε όπλα. Οι οργανώσεις είχανε πάντα ανοιχτό έρανο γι’ αυτό το σκοπό. Ο Α. Λυκουρίνος πήρε πρωτοβουλία: Με δεκαρολογήματα δουλειά δεν γίνεται. Πιο δύσκολα βρίσκονται τα όπλα, παρά τα λεπτά.

Μ’ ένα ψευτοπίστολο, πήλινο, παραφυλάει ένα βράδυ σε μια γωνιά. Κι αφοπλίζει τον πρώτο τσολιά. Πετάει τον πηλό. Και μ’ αληθινό όπλο πια μαζεύει και πιστόλια και χειροβομβίδες και στολές ακόμη. Δεν είναι λίγοι οι τσολιάδες που αναγκάστηκαν να φτάσουν στη στρατώνα τους, με τα εσώρουχα μόνο…

Η Ειδική Ασφάλεια ενδιαφέρθηκε. Τα Ες-Ες τα γερμανικά απαιτούνε από τους αρχηγούς των ελληνικών Ες-Ες την εμπέδωση της “τάξεως” στις δυτικές συνοικίες της Αθήνας, γιατί οι τσολιάδες ζήτησαν… ενίσχυση.

Τίποτα δεν μπόρεσαν. Όλα ήταν ήρεμα. Οι μυστικοί που τοποθετήθηκαν στη συνοικία δεν έβλεπαν καμιά ύποπτη κίνηση. Οι άνθρωποι πήγαιναν στις δουλειές τους, γύριζαν κουρασμένοι, τα παιδιά παίζανε στην αυλή του σκολειού. Κι αν ρωτούσαν και για βαθμούς, ο Λυκουρίνος είχε τα πρωτεία. Μπροστά τους περνούσε με τα βιβλία στο χέρι. Τους ήξερε. Δεν του ξέφευγε κανένας από τους ανθρώπους της Ασφάλειας.

Στη μάχη του Μακρυγιάννη.

Η αυτοάμυνα του έγινε ένστικτο. Μαέστρος και σ’ αυτή τη δουλειά. Θα τον ζήλευαν και μεγάλοι και παλιοί και νέοι αγωνιστές για την τάξη και τη συνωμοτικότητά του. Μόνο που δεν περιοριζότανε στις νυχτερινές εξορμήσεις. Στη μάχη του Μακρυγιάννη με τους τσολιάδες του 1943, που κράτησε τέσσερις ώρες, πήρε μέρος και ο Λυκουρίνος.

Ενα βράδυ τον Μάη του 1943, οι Γερμανοί σήκωσαν τον κόσμο στο πόδι στη συνοικία αυτή, με τους πυροβολισμούς και τις φωνές τους. Κυνηγούσαν στους δρόμους κάτι σκιές. Ητανε η παρέα του Λυκουρίνου. Η δράση του παιδιού γεμίζει δυο χρόνια της σκλαβιάς. Γίνεται παράδειγμα και θρύλος ανάμεσα στους αγωνιστές της Εθνικής Αντίστασης. Είναι ο φόβος κι ο τρόμος των πρακτόρων του εχθρού.

Στις 4 του Ιούνη 1944 βρέθηκε ο φρικτός προδότης, και στις 5 του Ιούνη έξι χαφιέδες των ελληνικών Ες-Ες, μπλοκάρουνε το σπίτι του εθνικού αγωνιστή, στη συνοικία Κουκάκι (σ.σ. Γαληνού 41). Ζητούν τον Ανδρέα Λυκουρίνο. Ο πατέρας του ζητάει εξηγήσεις για το παιδί.

Κι αυτοί γυρεύουν, εκτός από το παιδί και το πιστόλι που πήρε ψες το βράδυ από έναν δικό τους. Μα δε βρήκανε τίποτα.

Ο τρομοκράτης!

Μόνο ένα παιδάκι αδύνατο, μια σταλιά, που κοιμότανε ξέγνοιαστα στο γιατάκι του και πλάι στην καρέκλα είχε το κοντό του παντελονάκι και τα βιβλία του σχολείου του. Κάτω βρίσκονταν και τα πεδιλάκια του Νο 32.

– Αυτός είναι; ρωτούνε τον πατέρα.

– Αυτός.

– Εσύ είσαι; ρωτούνε το ίδιο το παιδί.

– Ποιος;

– Ο τρομοκράτης!

– Όχι! Είμαι μαθητής. Πάω στη δεύτερη Γυμνασίου στο 6ο Γυμνάσιο, απαντά απαθέστατα.

Μα οι πληροφορίες τους είναι θετικές. Αρχίζει το ξύλο. Γυρεύουν το πιστόλι. Μα το πιστόλι, ποιος ξέρει σε ποια βουνοκορφή θα ταξίδευε πια κείνη την ώρα. Και πήρανε μόνο τον Ανδρέα, με το μαθητικό του πηλήκιο στα άντρα τους. Πήρανε μέτρα εξαιρετικά ώσπου να φτάσουνε στην οδό Παπαρηγοπούλου Νο 7.

Στα Ες-Ες της οδού Μέρλιν.

Εκεί ήταν η έδρα των ελληνικών Ες-Ες. Επικεφαλής της συνοδείας ήτανε ο Μάκης Μακρογιάννης, που υπηρετεί σήμερα στην Εθνοφυλακή με τον βαθμό ανθυπασπιστή. Η αλήθεια είναι πως ζήτησε να σώσει το παιδί. Ζήτησε τη βοήθεια του πατέρα του και δέκα λίρες, μέσω ενός άλλου της συνοδείας.

Το ανέκριναν και το ρωτούσαν, πού έχει κρυμμένες τις λίρες; (Είχανε πληροφορίες πως έχει πολλές). Αφού δεν βγήκε τίποτε, τον παρέδωσαν την ίδια μέρα στην Ειδική Ασφάλεια και μετά τέσσερις μέρες στα γερμανικά Ες-Ες της οδού Μέρλιν.

Το κρεμάσανε, το κάψανε, του βάλανε στα νύχια καρφίτσες. Μα αυτός εξακολουθούσε να είναι μαθητής της 2ης τάξης του 6ου Γυμνασίου και ο αλύγιστος και παινεμένος αγωνιστής του Εθνικού Ελληνικού Αγώνα της Αντίστασης.

Τέτοιος έμεινε ως το τέλος. Τέτοιον τον γνώρισε τον ήρωα Λυκουρίνο και το Χαϊδάρι. Τώρα ήταν 14 χρονών. Στις 5 Σεπτέμβρη 1944 τον οδήγησαν στο εκτελεστικό. Στον δρόμο βρήκε τρόπο να πετάξει ένα σημείωμα που έγραφε:

“Μπαμπά με πάνε για εκτέλεση μαζί με τους (αναφέρει ονόματα). Ειδοποίησε παρακαλώ τα σπίτια τους. Μη στενοχωριέστε. Ανδρέας».

Πηγή: Βιβλίο του γιατρού Αντώνη Φλούντζη «Χαϊδάρι, κάστρο και βωμός της Εθνικής Αντίστασης», εκδ. Παπαζήση, Αθήνα 1986.

———————————————————————————————————————————————

7.  Ο Ντάκος, Χάρης Σακελαρίου.

Ούτε σκυλί να ήταν, τόσο δε θα τον περιφρονούσαν τον καημένο τον Ντάκο. Κι όσο έφτανε το μυαλουδάκι του, σε τίποτα κανένα δεν είχε βλάψει. Το αντίθετο. Δεν ήταν θέλημα που να του ζητούσαν να κάνει και να μην έτρεχε αμέσως. Πάντα πρόθυμος, πάντα χαμογελαστός ο Ντάκος και πάντα να εισπράττει την αδιαφορία και συχνότερα τις βρισιές και τις κατραπακιές.

Μα πάλι όλα τα ξεχνούσε κι ήταν πρόθυμος να ξαναπάει σε θελήματα, σαν του το ζητούσαν.

— Ντάκο!…

Ο Ντάκος πεταγόταν αμέσως πάνω, σαν να τον είχε αγγίξει κάρβουνο αναμμένο.

— Έμαι!…, ξεφώνιζε κι έπαιρνε τρέχοντας δρόμο.

«Έμαι» στη γλώσσα του Ντάκου σήμαινε «έρχομαι». Έτσι μιλούσε ο Ντάκος, μισά και κουτσουρεμένα, σαν μωρό χρονιάρικο. Κι ήταν και τούτο ένας από τους λόγους που έκανε όλους να τον έχουν για παρακατιανό και καθυστερημένο. Άλλος τρόπος να γλιτώνει το ξύλο δεν του ’μενε, παρά να το βάζει στα πόδια και να χάνεται, ώσπου να μπορούσε να περάσει ή ως τη στιγμή που η πείνα τον έσφιγγε για καλά.

Ήταν άνοιξη, Απρίλης μήνας, Δευτέρα του Πάσχα, ανήμερα τ’ Αϊ-Γιωργιού. Αφού έφαγε αρκετό ξύλο, έφυγε ο Ντάκος κλαίγοντας, βγήκε έξω απ’ το χωριό και πήρε τον κατήφορο κατά τον κάμπο, αποφασισμένος να μη γυρίσει πίσω… Περπάτησε για λίγο άσκοπα, σκουπίζοντας με τις λερωμένες παλάμες τα δάκρυά του και κουνώντας θλιμμένα το κεφάλι του. Έψαχνε για κανένα χαντάκι ή κανένα σύθαμνο, για να χωθεί μέσα κι εκεί να ησυχάσει, ώσπου να τον έβρει η μέρα. Τ’ αγρίμια δεν τα φοβόταν… Εκείνο που φοβόταν ήταν οι Γερμανοί. Είχε γίνει εκείνο το βράδυ ένα σαμποτάζ σε μια γέφυρα κοντά στο σταθμό, μα κανένας απ’ το χωριό δεν το είχε πάρει χαμπάρι.

Αναστατώθηκαν οι καταχτητές. Κίνησαν μες στη νύχτα κατά το χωριό. Βάδιζαν σιωπηλοί μες στον κάμπο και τραβούσαν, ανάμεσα απ’ τα σπαρμένα χωράφια, πάνω, κατά το χωριό. Έτυχε να περάσουν από κει κοντά που είχε τρυπώσει ο Ντάκος. Τους πήρε είδηση. Ανατρίχιασε.

— Μανοί…, ψιθύρισε μες στα δόντια του κι άρχισε να τρέμει. Πού να πάνε τάχα οι Μανοί; Μήπως πάνε κατά το χωριό του; Ίσως πάνε να πιάσουν και να σκοτώσουν τους χωριανούς του. Δίχως να χάσει ούτε στιγμή, παίρνει βαθιά ανάσα και ξαμολιέται κατά το χωριό.

Έφτασε. Βλέπει να ξεπροβάλλει μπροστά του η εκκλησιά της Παναγιάς με το ψηλό καμπαναριό πλάι της. Έτρεξε και στ’ άψε σβήσε ανέβηκε και βρέθηκε κάτω απ’ τη μεγάλη καμπάνα. Άδραξε αμέσως το μακρύ βαρύ γλωσσίδι της από το μεγάλο κρίκο κι άρχισε να τη χτυπά γρήγορα, δυνατά, τρελά. Χτυπά την καμπάνα και μαζί φωνάζει μ’ όλη του τη δύναμη:

— Μανοί!… Μανοί!… Μανοί!

Αγουροξυπνημένοι βγαίνουν οι χωριάτες στους δρόμους και φεύγουν, τρέχουν να σωθούν όλοι κατά το βουνό.

Σε λίγο έφτασαν οι εχθροί. Ένας απ’ αυτούς πάτησε το κουμπί ενός δυνατού προβολέα. Μια δέσμη φωτεινή πήγε και καρφώθηκε πάνω στον Ντάκο κι έλαμψε τότε ο Ντάκος μες στη νύχτα κι έγινε όλος από φως, μια φλόγα που τιναζόταν επίμονα, να φύγει για τα ουράνια. Την ίδια στιγμή ένα ξερό επαναληπτικό κροτάλισμα από κάποιο πολυβόλο έσκισε τον αέρα…

Τον Ντάκο τον βρήκαν οι χωριανοί του την άλλη μέρα, αργά το απόγευμα, σαν γύρισαν στο χωριό. Ήταν πεσμένος μπρούμυτα, στη βάση του καμπαναριού, ανάμεσα σε κάμποσες τσαλαπατημένες παπαρούνες….

Χάρης Σακελλαρίου, Αντιστασιακά παιδικά διηγήματα, εκδ. Κέδρος, Αθήνα, 1984, σελ. 53-64. Ως συντόμευση υπήρχε στο βιβλίο της Γλώσσας, Δ΄Δημοτικού, τ.1ο, εκδ. ΟΕΔΒ,1984.

———————————————————————————————————————————————

  1. Έτσι γίνηκε η εχτέλεση των 200 ηρώων, Μέλπω Αξιώτη.

«….Απ’ το κατώφλι κι ύστερα, τους τρέχανε μες στα μαύρα καμιόνια οι Γερμανοί, κι εκείνοι τραγούδαγαν. Μπρουμουτισμένοι, στοιβαγμένοι, σα να ‘ταν κιόλας ψόφιο πράμα, κι ωστόσο τραγούδαγαν. Ο έξω κόσμος ωσάν αστραπή το ‘μαθε.

«Κουβαλούν μελλοθάνατους από το Χαϊδάρι στο Θυσιαστήριο!» Απ’ το Παγκράτι που ‘φτασαν, το ‘μαθε κι η Καισαριανή και οι γειτονικοί συνοικισμοί της. Το ‘μαθαν οι γυναίκες που ‘χαν στο Χαϊδάρι άντρες, τρέχαν να δουν μην είνε ανάμεσα.

Το ‘μαθαν τα παιδάκια που ‘χαν στο Χαϊδάρι πατεράδες, τρέχουν να δουν μην τους αναγνωρίσουνε. Το ‘μαθαν και oι Ελασίτες και ετοιμαστήκανε μήπως μπορέσουν τους ελευτερώσουν. Μα είδαν λεφούσι Γερμανούς κι αυτόματα, και δεν μπόρεσαν τίποτα.

Από τη λεωφόρο Παγκρατιού μέχρι τη λεωφόρο του Θυσιαστήριου έτρεξε κόσμος κι έπηξαν οι δρόμοι. Οι μελλοθάνατοι συνέχεια τραγούδαγαν «40 παλικάρια» «έχε γεια, καημένε κόσμε» και τον εθνικό ύμνο μας.

Στο πέρασμά τους πέταξαν ένα δαχτυλίδι με τ’ όνομα, ξέσκισε μια γυναίκα λουρίδα απ’ το ρούχο της και την πέταξε, και πολλοί επιμένουν πως πέταξαν κι ένα άσπρο κουρέλι όπου με αίμα είχανε γραμμένα: «Πεθαίνουμε για τη Λευτεριά και τη Λαοκρατία»…

Τ’ αυτοκίνητα πλευρίζουν τη σιδερένια πλάγια πόρτα μέσα απ’ το χωράφι, και τους ξεφορτώνουνε.

Σ‘ όλα τα γύρω υψώματα ανεβαίνει και τα γεμίζει ο κόσμος. Ένας οπερατέρ – φωτογράφος προσπαθεί απ’ τον ανατολικό λόφο να πάρει τη σκηνή, κι οι Γερμανοί τον κυνηγούν μ’ αυτόματα. Δύναμη πολισμάνων παρατάσσεται γύρω – τριγύρω στην περιοχή. Ένας απ’ αυτούς λιποθυμά τρεις φορές. Οι μελλοθάνατοι μόλις τους είδαν τους φωνάζουν: «Βλέπετε τι μας κάνουν οι φασίστες; Μόλις μπορέσετε, τα όπλα σας να τα δώσετε στο λαό».…

…10 η ώρα το πρωί, τους φέρανε και ως τις 12 το μεσημέρι βάσταξε κείνη η τελετή. Κατά εικοσάδες έβγαιναν και στήνονταν στον τοίχο. Αντίκρυ στον τοίχο, απάνω σε σιδερένια τρίποδα, στις γωνιές ήταν τα πολυβόλα. Και τα πυρά τους τα ‘ριχναν διασταυρωμένα. Μέσα στο χώρο της εκτέλεσης ήταν δύο εργάτες του Δήμου κι ένας παπάς. Ο παπάς εξομολόγαγε, τι του εξομολογιόντανε οι μελλοθάνατοι. Χαιρετίσματα στη γυναίκα μου. Ζήτω ο Κόκκινος Στρατός. Εκδίκηση. Ζήτω η ελευθερία. Πεθαίνουμε για τη Λευτεριά και τη Δημοκρατία. Δεν άντεξε για μια στιγμή ο παπάς, κάνει να στρίψει αλλού το πρόσωπο. Τον πρόγκιξαν οι Γερμανοί με τα πιστόλια.

Ο κόσμος γύρω στα λοφάκια και τις ταράτσες στέκεται βουβός. Ακούγεται καθαρή – καθαρή η ομοβροντία και η ριπή της κάθε ομάδας. Τότε ο κόσμος όλος μαζί άρχισε να κλαίει. Κλαίγαν και οι γέροι και παιδιά. Λέγαν «Κατάρα – ανάθεμα». Σ’ όλο το διάστημα οι καμπάνες του συνοικισμού χτυπούσαν νεκρικά. Μια γυναίκα αστυφύλακα, που κοίταζε από ψηλά τρελάθηκε…

Ο κόσμος πήρε ξοπίσω τα καμιόνια, που φεύγαν με τα νεκρά κορμιά. Οι άνδρες βγάζαν στο πέρασμά τους τα καπέλα, οι γυναίκες τρέχανε και κουβαλούσανε λουλούδια.

Την ίδια μέρα όλοι οι γύρω συνοικισμοί κήρυξαν γενική απεργία. Τη νύχτα γενική κινητοποίηση του πληθυσμού.

Φωνάξανε περισσότερο παρά ποτέ ηρωικά κι ασώπαστα τα χωνιά, κι όπου είχε στάξει το αίμα τους και το ντουβάρι της εκτέλεσης από ψηλά, κρυφά – κρυφά, από τους τοίχους σκεπάστηκαν όλα παντού με λουλούδια και ρίχτηκαν παντού στεφάνια. Αυτό ήταν των ζωντανών, προς τους νεκρούς αγωνιστές, το μνημόσυνο.

Έτσι γίνηκε η εχτέλεση των 200 ηρώων.

Έτσι γιορτάστηκε η Πρωτομαγιά στην Αθήνα, στο χρόνο 1944.

Ήταν μια μέρα εξαίσια της άνοιξης, κι όμως η γη η αθηναϊκή δεν είχε ακόμα αρκετά στεγνώσει, για να μπορέσει να ρουφά. Το τόσο πολύ αίμα που χτήνη – άνθρωποι την πότισαν, η φύση πια δεν το δεχότανε, κι αναγκαζόταν το ξαναξερνούσε…».

———————————————————————————————————————————————–

  1. Αόρατη πομπή, Σοφία Μαυροειδή –Παπαδάκη.

Είχα ξυπνήσει αχάραγα για δουλειά. Μα, πριν από μένα, είχε ξυπνήσει η Αθήνα. Ένα βουβό εγερτήριο λες κι είχε σαλπίσει το μεγάλο νέο. Κάτι, σαν άρωμα πασχαλιάτικο, διαλαλούσε πως ο χειμώνας είχε τελειώσει. Φθινόπωρο ήταν ή Άνοιξη;

Δεν είχα μάθει ακόμα το μήνυμα. Δεν είχαν χτυπήσει οι καμπάνες. Κι όμως ο αγέρας μύριζε λευτεριά. Πέρασα τρεις τέσσερις δρόμους, χωρίς να νιώσω τι είχε γίνει. Μόνο που δεν απαντούσα πια Γερμανούς. Αυτό θαρρώ ήταν το πρώτο σημάδι. Οι δρόμοι δεν αντηχούσαν τ’ αμείλιχτο τράνταγμα της μπότας.

― Τι γίναν οι Γερμανοί σήμερα;

Δεν τολμούσε ακόμη να το συλλάβει ο νους. Αν είχαν φύγει, θα ‘χε χαλάσει ο κόσμος. Μα πού καταχωνιάστηκαν και δε φαίνεται ούτε ίσκιος; Προχωρούσα και φοβόμουν να ρωτήσω, μη μου πουν όχι. Κι είχε τόσο βολευτεί στην ατμόσφαιρα χαράς η καρδιά!

Άξαφνα, η Αθήνα άρχισε να μιλά. Μια σημαία κρεμάστηκε σ’ ένα μπαλκόνι. Κι άλλη!… κι άλλη! Καθώς μπαίνω στον κεντρικό δρόμο, το θαύμα ξεδιπλώνεται σ’ όλη την έκτασή του. Θάλασσα από σημαίες, ελληνικές και συμμαχικές. Κύματα κόσμου που πάνε προς την Ομόνοια. Δε ρώτησα, πήρα την απόκριση από το παράστημά τους, το βήμα τους. Οι άνθρωποι τούτοι – δε θέλει ρώτημα – είναι λεύτεροι. Δεν περπατούν τόσο ανάλαφρα, τόσο καμαρωτά οι σκλάβοι. Μόλις ροδίζουν οι βουνοκορφές κι ο κόσμος τρέχει, απ’ ώρες έτοιμος.

Δεν ήχησαν σειρήνες τούτη τη μέρα. Δεν αντιλάλησαν μες στο χάραμα οι καμπάνες. Όσο βουερός ήρθε ο πόλεμος, ένα άλλο πρωί του Οχτώβρη, πριν από τέσσερα χρόνια, τόσο αθόρυβη, απαλόνοη, φίλησε την Αθήνα η Λευτεριά.

Λευτεριά, Λευτεριά! Δε χρειάζεται να σε διαλαλήσουν κήρυκες, να σε σαλπίσουν τρουμπέτες, να σε βροντοφωνήσουν κύμβαλα και σειρήνες. Σε νιώθει απ’ την ανάσα της η ψυχή, η καρδιά απ’ τους παλμούς της. Λευτεριά! Λευτεριά! Χώνομαι μέσα στα πλήθη, που προχωρούν βουβά, γρήγορα, φτερωτά. Πού πάνε; Ξέρουν που πάνε μα δε μιλούν. Η φωνή τους έχει πνιγεί στη χαρά και στην έκσταση. Κάπου κάπου, σταματούν και φιλιούνται: “Χριστός ανέστη!” Και προχωρούν πάλι. Πάνω απ’ τα κεφάλια, ο ουρανός, με το πιο καθάριο ελληνικό χρώμα, χαμογελά ανάμεσα από τα κύματα στις σημαίες. Ο ήλιος προσθέτει το χρυσάφι του στη γιορτή. Μα τα βήματα δε σταματούν. Πλημμυρίζει η Ομόνοια, η οδός Πανεπιστημίου. Πάντα βουβοί, βιαστικοί, μέσα σ’ έκσταση, προχωρούν. Άξαφνα, σαν από πρόσταγμα, σταματούν όλοι. Τα κεφάλια γυρίζουν προς την ίδια κατεύθυνση. Ένα χέρι υψώνεται:

― Δέστε!

Αργά, μυσταγωγικά, επίσημα, δυο ελληνικά χέρια – να ‘ναι της ίδιας της Αθηνάς; ― κατεβάζουν απ’ την Ακρόπολη το σύμβολο της σκλαβιάς. Η βαρβαρική “Σβάστικα” καθαιρείται! Στώμεν καλώς! Τα μάτια δεν μπορούν να κοιτάζουν. Κλαίνε. Μια πελώρια γαλανόλευκη, μόνη πια, κυματίζει, νικήτρια, στον πανάρχαιο βράχο.

Λευτεριά, Λευτεριά!

Δίψα, κούραση, πείνα, άδεια νοήματα. Οι Έλληνες είχαν γίνει όλοι ψυχές άυλες, που δεν έχουν τέτοιες ανάγκες. Γυρίζουμε όλη τη μέρα. Τα σπίτια άδειασαν, χάσανε τα παιδιά τους οι μάνες, οι δικοί τους δικούς. Όπου παράσυρε τον καθένα το ρεύμα της τρέλας. Γύριζες σπίτι και δεν ξαφνιαζόσουν που έλειπαν όλοι, που ήταν ορθάνοιχτες οι πόρτες, χωρίς νοικοκύρηδες, που δεν είχε στηθεί τσουκάλι στο τζάκι. Ήταν φυσικά όλα αυτά. Και χυνόσουν πάλι στους δρόμους, που ήταν κείνη τη μέρα το σπίτι μας, αφού ήταν το σπίτι της Λευτεριάς. Και τραγουδούσες τον Εθνικό Ύμνο, τα τραγούδια της Λευτεριάς και χαιρόσουν την Αθήνα-Μαινάδα, που ‘χε μεθύσει απ’ την αμόλυντη ομορφιά της.

Είχα γίνει ένα με τα πλήθη κι αλάλαζα μαζί τους και δεν μπορούσα να καταλάβω πώς γίνηκε το μεγάλο θάμα, πώς γέμισε άξαφνα η ελληνική γη με μύρα και πώς μπορέσαμε αλήθεια και ζήσαμε τόσα χρόνια χωρίς αυτά. Η απάντηση μου δόθηκε σ’ ένα όραμα αναπάντεχο:

Πάνω απ’ τις ατέλειωτες αυτές λεγεώνες των ελευθερωμένων ανθρώπων, που πανηγύριζαν ξώφρενα, είδα μιαν άλλη ανάερη πομπή, που γιόρταζε στον αιθέρα πιο ξώφρενα από μας, που πατούσαν τα πόδια μας πάνω στη γη. Ω, δε θα ξεχάσω ποτέ την αόρατη εκείνη πομπή: Πάνω απ’ τα κεφάλια μας φτερούγιζαν, τραγουδώντας οι νεκροί μας! Τα θύματα της σκλαβιάς και της πείνας, οι μάρτυρες, οι τουφεκισμένοι, οι κρεμασμένοι. Πώς γιόρταζαν τ’ άσαρκα αυτά παιδιά της Ελλάδα! Γιόρταζαν κι εξηγούσαν το θάμα.

― Σε ποτίσαμε με το αίμα μας Λευτεριά! Σε θρέψαμε με της νιότης μας τον Απρίλη, σε στήσαμε πάνω στα σπασμένα μας πόδια, στ’ αποκεφαλισμένα κορμιά μας. Σαν μωρό παιδί, σε νανουρίζαμε να κοιμηθείς και σε βλέπαμε να ξυπνάς τέσσερα χρόνια, φυλακισμένοι, τυραννισμένοι. Οπλίσαμε το διάφανο από την πείνα χέρι με την αραβίδα του κατακτητή και το σκουριασμένο παλιοντούφεκο, που ξεθάψαμε από το αδούλωτο χώμα μας. Ξεχύσαμε σε Τυρταιικό τραγούδι της ψυχής μας τη φλόγα. Ύστερα σου χαρίσαμε, τραγουδώντας, και τη στερνή μας ανάσα. Είσαι δική μας, έργο μας, Λευτεριά! Είσαι το δώρο που κάνουμε σήμερα στην Ελλάδα κι ακόμη είσαι η δικαίωση της θυσίας μας, η ανταμοιβή μας, τ’ αθάνατο φωτοστέφανό μας.

Δεν πεθάναμε λοιπόν άδικα, αφού ζούμε σε σένα, όπως ζούνε οι γονείς στα παιδιά τους. Γιατί εμείς σε γεννήσαμε, Λευτεριά, και σε κάνουμε δώρο στους άλλους.

Έτσι μιλούσαν, ξηγώντας το θάμα της παρουσίας τους, οι νεκροί του αγώνα. Κι ήταν όλοι εκεί, ζωντανοί, όχι μόνο στης ιστορίας τη μνήμη, παρά βαθύτερα, μέσα σ’ εμάς, που τους είδαμε να πεθαίνουν.

“Ένα μόνο ζητώ από σας: Μην αφήσετε άδεια τη θέση μου, αδέρφια”. Ναι, ήταν κι ο Σώτος εκεί, που ‘χε γράψει στο τελευταίο του γράμμα τα πύρινα αυτά λόγια. Τους το ‘φεραν με τα ρούχα του τουφεκισμού κι η μάνα το βρήκε, κρυμμένο σε κάποια ραφή: “Ούτε ένα δάκρυ, μάνα. Πεθαίνω για το λαό, τραγουδώντας”.

Ήταν κι ο Σάββας εκεί, που ‘χε βάλει σ’ ένα χαρτάκι την τελευταία πνοή του και τ’ άφησε να κυλήσει μέσα απ’ την κλούβα των μελλοθάνατων. Και το πήρε ο λαός, που τους ξεπροβόδιζε στους δρόμους και το ‘στειλε, χέρι με χέρι, στο πενθισμένο του σπιτικό, για να σταματήσει στα μάτια το δάκρυ, να κάμει  θεριά τις καρδιές.

Έτσι πύκνωναν ολοένα οι φάλαγγες, που αραίωνε ο θάνατος. Η Άννα ήταν μια δειλή κοπέλα κι αγαπούσε πολύ τον Πέτρο. Μα ο Πέτρος ήταν αγωνιστής κι είχε μπει μέσα στο χρυσό κύκλο της μέθης, όπου θάνατος δεν υπάρχει. Η Λευτεριά είχε σφραγίσει τη μοίρα του και δεν άκουε παρά τη φωνή της. Κι η Άννα, που ‘χε βάλει πάνω απ’ όλα τον Πέτρο, ζούσε με την ψυχή στο στόμα. “Θα μου τον σκοτώσουν!”. Και της τον σκότωσαν. Έλεγα πως θα ‘ταν συντριμμένη, αγανακτισμένη για τη θυσία, μα δε θυμάμαι να ‘ζησα πιο χρυσή μέρα από κείνη που την αντίκρισα. Δε φορούσε μαύρα. Μ’ ένα γαλάζιο φόρεμα, με λυτά τα ξανθιά της μαλλιά στεκόταν σε μια γωνιά, με μια αραβίδα στο χέρι. Η ίδια την είχε αρπάξει ανάμεσα από βροχή βόλια, από ένα νεκρό Γερμανό. Είχε διπλή τώρα μέσα της τη φλόγα του Πέτρου. Με τον ηρωικό θάνατό του, την είχε βάλει κι αυτή στο χρυσό κύκλο της μέθης.

― Πώς έτσι, Άννα;

Τι θες; Να χάσω για πάντα τον Πέτρο; Μου το ‘πε, την τελευταία στιγμή στο νοσοκομείο: Μη μ’ αφήσεις, Άννα, να πεθάνω. Πάλαιψε μαζί με τους άλλους, να μην είναι μάταιος ο θάνατός μας.

Κοντά του βαδίζει κι ο Άρης της Καλλιθέας, ο έφηβος που προσφέρθηκε αυθόρμητα για να σώσει τον άρρωστο αδερφό. Δίδυμοι ήταν, μεγάλωσαν – μια ψυχή δυο κορμιά – μα το ένα, του Χρήστου, ήταν ασθενικό κι ο αγώνας κι η πείνα της κατοχής το ‘χαν φθείρει ολότελα. Ήταν πιασμένοι στο μπλόκο κι οι δυο τους και η “μάσκα” έδειξε τον άρρωστο. Τον ξεχώρισαν βάναυσα μέσα από το πλήθος, τον πήγαιναν πίσω από τη μάντρα. Τότε πετάχτηκε ο Άρης:

― Αφήστε το Χρήστο είν’ άρρωστος. Πάρτε εμένα στη θέση του.

Ο διερμηνέας μετάφρασε. Ένα γέλιο μακάβριο ήταν η απάντηση. “Να μια πρόταση που συμφέρει”. Κι εχτελέστηκε ο Άρης, με το κορμί το ελάτινο, με τα νιάτα τ’ αστραφτερά. Τώρα τον ακούω να τραγουδά κάποιους στίχους απ’ το τραγούδι που χάραξαν πάνω στον τάφο του.

Στο μέτωπό μου εγίναν βάγια

τ’ αγκάθια τα μαρτυρικά.

Κι η πομπή η αόρατη των νεκρών προχωρεί, τραγουδώντας κι οιστρηλατώντας τους ζωντανούς. Μόλις πρόλαβε να χωθεί στη χορεία κι η μικρούλα μαθήτρια του Φαλήρου, η Ήβη, που σκότωσαν, μες στον πανικό της φυγής τους, οι Γερμανοί, καθώς έγραφε τη χαρά της στους τοίχους, καλωσορίζοντας τη χιλιάκριβη Λευτεριά.

(Στην τελευταία παράγραφο γίνεται αναφορά στη μαθήτρια Ήβη Αθανασιάδου, που τη σκότωσαν οι Γερμανοί στο Παλιό Φάληρο τη μέρα της φυγής τους).

Λογοτεχνικά κείμενα για την Κατοχή και την αντίσταση